Διήγημα δομημένου ρεαλισμού, β΄ επιπέδου τεχνοτροπίας
Στέκομαι όρθιος, με την πλάτη στραμμένη στην ξύλινη πόρτα τού δωματίου. Εστιάζω το βλέμμα στη φλόγα τής λάμπας κηροζίνης, που βρίσκεται αφημένη στην επιφάνεια ενός ξύλινου τραπεζιού, στο κέντρο τού δωματίου. Το επάνω χείλος τού γυάλινου περιβλήματος της λάμπας είναι σπασμένο. Η φλόγα ανεβοκατεβαίνει διαρκώς, μια μεγαλώνει και μία μικραίνει. Η μισή πλευρά τού γυάλινου περιβλήματος είναι μαύρη. Ακούω τα σπασμωδικά τσιτσιρίσματα της φλόγας. Χαμηλώνω το κεφάλι, στρέφω τα μάτια προς τα κάτω και κοιτάζω το ξύλινο πάτωμα. Κάνω ένα βήμα, παρατείνοντας το δεξί πόδι, και νιώθω το πέλμα να βουλιάζει ελαφρώς, καθώς πατώ στο ξύλινο δάπεδο. Ακούω το δυνατό τρίξιμο που κάνουν οι ασύμμετρα τοποθετημένες ξύλινες σανίδες. Κάνω ακόμα τρία βήματα και πλησιάζω δίπλα από το τραπέζι. Τεντώνω το δεξί χέρι και πιάνω το λεπτό μεταλλικό χερούλι τής λάμπας. Την ανασηκώνω με προσοχή και κρατώ το χέρι μου τεντωμένο ψηλά, για να διαχυθεί το φως καλύτερα στον χώρο. Γυρίζω αργά το σώμα μου ενενήντα μοίρες, κρατώντας το χέρι σηκωμένο ψηλά και τεντωμένο, κρατώντας τη λάμπα· παρατηρώ τον χώρο. Εστιάζω το βλέμμα στο κρεββάτι, που βρίσκεται ενάμιση μέτρο απέναντί μου. Έχει μαύρο μεταλλικό σκελετό και πάνω από το στρώμα υπάρχει στρωμένο ένα λευκό σεντόνι. Η φλόγα τής λάμπας τρεμοπαίζει. Κατεβάζω το χέρι στο ύψος τής μέσης και στρέφω το κεφάλι δεξιά. Πάνω στο ξύλινο τραπέζι υπάρχει ένα γλαστράκι με ξεραμένο βασιλικό. Κάνω μισό βήμα προς το μέρος του, σκύβω τον κορμό τής μέσης και πλησιάζω τη μύτη στα ξεραμένα φυλλώματά του. Εισπνέω· αντιλαμβάνομαι στα ρουθούνια άρωμα βασιλικού. Στέκομαι για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητος μπροστά από το τραπέζι, να κοιτάζω τον βασιλικό. Τεντώνω το δεξί χέρι και αφήνω τη λάμπα δίπλα από το γλαστράκι. Με αργά βήματα κατευθύνομαι προς το κρεβάτι. Ακούω και μετράω τα τριξίματα του ξύλινου δαπέδου, καθώς τα πέλματά μου ακουμπούν πάνω του ρυθμικά. Σταματώ στη δεξιά πλευρά τού κρεβατιού, γυρίζω το σώμα, στρέφοντας την πλάτη προς αυτό, λυγίζω τα γόνατα και κάθομαι πάνω στο λευκό σεντόνι. Ακουμπώ τις παλάμες στα γόνατα και σκύβω το κεφάλι. Παρατηρώ το δάπεδο και τους αρμούς των σανίδων μέχρι την απόσταση ενός μέτρου. Η ένταση του φωτός, που παράγει η λάμπα, είναι μικρή και δεν μπορώ να διακρίνω τις λεπτομέρειες.
Μια μαύρη κατσαρίδα εμφανίζεται ενδιάμεσα από τα παπούτσια μου και τα προσπερνά με ταχύτητα. Την παρακοουθώ με τις κόρες των ματιών, καθώς κατευθύνεται προς τον τοίχο. Προσπαθώ να καταπνίξω την αναγούλα που νιώθω στο στομάχι και στον λαιμό. Η κατσαρίδα σκαρφαλώνει στη σοβατεπί και παραμένει σχεδόν ακίνητη. Ανασηκώνω το δεξί πόδι και χτυπώ με δύναμη το παπούτσι στο δάπεδο. Η κατσαρίδα κατεβαίνει στο δάπεδο και αρχίζει να κατευθύνεται προς το τραπέζι. Το φως τής λάμπας είναι αδύναμο και δεν μπορώ να δω καθαρά σε απόσταση μεγαλύτερη του ενάμιση μέτρου. Τοποθετώ το αριστερό χέρι στην τσέπη τού πανταλονιού και με τα δάχτυλα συγκρατώ μέσα στη χούφτα ένα μικρό χαρτί κι ένα μολύβι. Τα βγάζω από την τσέπη και τα αφήνω πάνω στο σεντόνι στ’ αριστερά μου. Ακούω βήματα. Η πόρτα ανοίγει, αλλά το βλέμμα μου συνεχίζω να το έχω εστιασμένο χαμηλά στο δάπεδο. Με πλησιάζει και στέκεται όρθια μπροστά μου. Ανασηκώνω το κεφάλι και κοιτάζω το πρόσωπό της. Ανασηκώνει τα χέρια της και τοποθετεί τις παλάμες πάνω στους ώμους μου. Κοιταζόμαστε στα μάτια και δάκρυα αρχίζουν να κυλάνε στα ζυγωματικά μας. Γέρνω το κεφάλι προς τα μπρος κι ακουμπώ απαλά το στήθος της· με το δεξί χέρι χαϊδεύει την κορυφή τού κεφαλιού μου.
«Ο βασιλικός μας μαράθηκε», της λέω, με σιγανή φωνή, ενώ το κεφάλι μου ακουμπά στο στήθος της.
«Το ξέρω, αγάπη μου, εδώ και μέρες· απλά δεν το παρατήρησες»
Τραβώ το σώμα μου προς τα πίσω κι ακουμπώ τις παλάμες των χεριών στη μέση της.
«Έλα, πρέπει να φύγουμε, σε λίγο θα έρθει ο σπιτονοικοκύρης και δε θέλει να μας βρει εδώ. Έχω αφήσει τις βαλίτσες στην αυλόπορτα», μου λέει, καθώς χαϊδεύει τα μαλλιά.
«Θέλεις ν’ αφήσουμε το γράμμα που λέγαμε;», τη ρωτώ, κοιτώντας τη στα μάτια.
Χαϊδεύει τα χέρια μου απαλά και ξεφυσά δυνατά. Απλώνω το αριστερό χέρι στ’ αριστερά και πιάνω το χαρτί και το μολύβι. «Θα σε περιμένω κάτω, δεν αντέχω να δω αυτή τη φράση», μου λέει ψιθυριστά και με αργά βήματα φεύγει από το δωμάτιο. Τοποθετώ το λευκό χαρτί πάνω στο αριστερό γόνατο και το συγκρατώ με τα δάχτυλα του χεριού. Με τον δείκτη και τον παράμεσο του δεξιού χεριού πιάνω το μολύβι και γράφω τη πρόταση «σ’ αυτό το διαμέρισμα αγαπήθηκαν δυο νέοι άνθρωποι όσο τίποτε άλλο στη γη, αλλά ηττήθηκαν από την εξουσία τού χρήματος. 21.2.1956». Τσακίζω το σημείωμα τέσσερις φορές, στις άκρες του, και σηκώνομαι όρθιος. Τοποθετώ το δεξί χέρι κάτω από το στρώμα και το ανασηκώνω μέχρι το ύψος τού στήθους. Για λίγα δευτερόλεπτα παρατηρώ τις ξύλινες τάβλες, που υπάρχουν από κάτω. Χαμηλώνω το σώμα και τοποθετώ τον αριστερό ώμο κάτω από το στρώμα για να το συγκρατήσω. Τεντώνω το δεξί και αφήνω το χαρτάκι στο κέντρο τής μεσαίας τάβλας. Πιάνω το στρώμα με τα δύο χέρια και το τοποθετώ στη θέση του. Τραβώ απαλά το σεντόνι και ισιώνω τις τσακίσεις. Στέκομαι όρθιος μπροστά από το κρεββάτι και το παρατηρώ. Στρέφω απότομα το κεφάλι αριστερά και κοιτάζω, στο βάθος, σε απόσταση εντός μέτρου, τη λάμπα. Κάνω μερικά γρήγορα βήματα, πατώντας, στα πέλματα των πδοιών, και πλησιάζω το τραπέζι. Τεντώνω τον δεξί βραχίωνα, πιάνω με τ’ ακροδάκτυλα το σπασμένο στόμιο, και αφαιρώ το γυάλινο περίβλημα. Σκύβω το κεφάλι πάνω απ’ τη φλόγα και τη φυσώ· ο αέρας βγαίνει με δύναμη απ’ τα χείλη. Αναδύεται μια λωρίδα καπνού την οποία οσφραίνομαι στα ρουθούνια. Τοποθετώ το γυάλινο περίβλημα στη θέση του και στρέφω το κεφάλι μου αριστερά προς την πλευρά τής πόρτας.
Μόνο σκοτάδι πια στον χώρο. Αρχίζω να κάνω μικρά, αργά, βήματα. Εστιάζω το βλέμμα στο κενό που υπάρχει μεταξύ τού κάτω μέρους τής πόρτας και τού δαπέδου από το οποίο εισέρχεται ελάχιστο φως. Τεντώνω το δεξί χέρι και ακουμπώ την παλάμη στο κέντρο τού φύλλου της. Με το αριστερό πιάνω το μεταλλικό χερούλι, το πιέζω προς τα κάτω και τραβώ προς το μέρος μου. Κάνω δύο βήματα και περνώ κάτω από την ξύλινη κάσα.
Ευστράτιος Τζαμπαλάτης

πηγή φωτογραφίας: https://www.pexels.com/photo/abandoned-ruined-bedroom-4146210/