«Εκεί που ανθίζουν οι φτωχοί» | Γράφει η Νόπη Ταχματζίδου

Η αξία τής ουτοπίας

«Εκεί που ανθίζουν οι φτωχοί»

Ευστράτιος Τζαμπαλάτης

Δεν πρόκειται για ποίηση, για δοκίμιο, για επιστημονικό έργο ή απλώς για πεζογραφία. Πρόκειται για κατάθεση ψυχής στη βάση των προσωπικών εμπειριών τού συγγραφέα, αλλά με στόχο να αποκαλυφθούν τα κακώς κείμενα της σύγχρονης κοινωνικής διαβίωσης, κυρίως της αστικής, και τα αδιέξοδα που παράγει η πολιτική, όταν υπακούει στις προσταγές τής «ανάπτυξης», ποδοπατώντας τα δίκαια του ανθρωπισμού. Το έργο αποτελείται από εβδομήντα επτά μικρές αφηγήσεις με ξεχωριστό τίτλο η καθεμιά, οι οποίες εδράζονται στο βίωμα του συγγραφέα στις πόλεις, όπου έζησε, και στις συνθήκες που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει στον εργασιακό, κοινωνικό, αλλά  και προσωπικό, τομέα. Στις αφηγήσεις από την άποψη του τόπου κυρίαρχη θέση έχει η Θεσσαλονίκη, η γενέτειρα πόλη, και μάλιστα οι κεντροδυτικές πλευρές της, που αποτελούν και τη βάση των παιδικών εμπειριών τού συγγραφέα. Καταγράφονται μνήμες από τα βιώματα της παιδικής ηλικίας, αναδεικνύονται οι στερήσεις, τα βάσανα, οι οικονομικές ελλείψεις, οι περιορισμένοι πόροι και τα αποτελέσματά τους στην καθημερινότητα όσων τα βίωσαν, χωρίς όμως τον πεσιμισμό, που συνοδεύει συνήθως  τέτοιες αφηγήσεις. «Σηκώσαμε με τα χέρια μας ο ένας τον άλλον όσο πιο ψηλά μπορούσαμε, αψηφώντας τα όρια των δυνάμεών μας. Ισορροπήσαμε πάνω σε λεπτά κράσπεδα, ταξιδέψαμε σε άλλες γειτονιές, ανεβήκαμε στους πιο ανηφορικούς δρόμους τής πόλης. Όσο ψηλά, όμως, κι αν φτάσαμε, το οπτικό μας πεδίο έβλεπε πάντα μπροστά του τον εφιάλτη τού αποπνικτικού, μη λειτουργικού, αστεακού τοπίου. Αυτόν τον εφιάλτη που ζει και σεργιανίζει μόνο στα μέρη μας, στις συνοικίες των ξυπόλητων παιδιών, στις συνοικίες των οικονομικά αδύναμων»(Από το «Αργήσαμε να δούμε ουρανό»).
Το βιβλίο παράλληλα αναδεικνύει και την αξία τού ονείρου, τη δύναμη του οραματισμού μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής δομής ικανής να ανατρέψει, και όχι απλώς να βελτιώσει, την κυρίαρχη: ο μικρός ήρωας μεγαλώνει στα κεντροδυτικά τής πόλης, έχοντας ελάχιστα μέσα στη διάθεσή του, οι καυγάδες λόγω τής φτώχειας και οι αντιπαραθέσεις αποτελούν καθημερινό βίωμα, όμως αντιστέκεται στην ισοπέδωση που επιβάλλει η ανέχεια. Παίζει σε αλάνες, δημιουργεί φίλους, ματώνει γι’ αυτούς, υπερασπίζεται το δικαίωμά του να ελπίζει σ’ ένα καλύτερο αύριο, όσο κι αν συνειδητοποιεί ήδη από την παιδική ηλικία τη δυσκολία τής εφαρμογής αυτών των σχεδίων. Συγκινεί η αίσθηση του «κοινού», που προβάλλεται σε όλη την έκταση του έργου και που σχετίζεται με τις εμπειρίες τού συγγραφέα και ως παιδιού και ως ενήλικα. «Φορέσαμε τα ίδια ρούχα, ακούσαμε τους ίδιους δίσκους, φάγαμε από τα ίδια κουτάλια, ερωτευτήκαμε τα ίδια κορίτσια. Δουλέψαμε στις ίδιες πρόχειρες κακοπληρωμένες δουλειές και αποκτήσαμε το ίδιο ταξικό μίσος για τους εκμεταλλευτές μας. Ξοδέψαμε τη μισή μας ζωή στα ίδια μέρη, αποκτώντας τις ίδιες συνήθειες και τους ίδιους φίλους. Ενώσαμε τα χέρια μας, σφίξαμε τα μπράτσα μας και δώσαμε όρκο να μη χαθούμε ποτέ. Δεν είμαστε πια παιδιά και αθετήσαμε τους όρκους μας, όχι γιατί αναγκαστήκαμε, αλλά  γιατί χάσαμε τη μάχη με αυτό το τέρας, που αλλοιώνει κάθε όμορφη πτυχή του εαυτού μας. Αγώνας για έναν κόσμο όπου η φιλία θα είναι αθάνατη» (Από το «Φιλίες τού Βαρδάρη»).
Οι δυσκολίες τής ζωής, τα επαγγελματικά αδιέξοδα, η ένδεια των οικονομικών μέσων δεν επιφέρουν ούτε ανταγωνιστικότητα προς τους άλλους, ούτε παραίτηση και επανάπαυση. Η κούραση είναι υπαρκτή στον σωματικό τομέα, όμως το πνεύμα αναγνωρίζει τα αίτια με καθαρότητα και σαφήνεια. Η ψυχή, από την άλλη πλευρά, αδυνατεί να περιοριστεί στα όρια που επιβάλλει η δυσχερής οικονομική, κοινωνική και πολιτική, συνθήκη: σαν το πουλί πετά μακριά οραματιζόμενη μια νέα πραγματικότητα, χωρίς κατάφορες αδικίες, στη βάση τής ισότητας, χωρίς αποστράγγιση των συναισθημάτων. Προβάλλεται το «κοινό» των ανθρώπων, τα στοιχεία που μας ενώνουν ως όντα κοινωνικά, χωρίς τον παραμορφωτικό μανδύα των ταξικών ανισοτήτων και των διαφορών που προκύπτουν από αυτές. Η ανάγκη για ελευθερία τονίζεται ιδιαίτερα και μέσα από τις καταγραφόμενες εμπειρίες, αλλά και σε θεωρητικό επίπεδο ως βάση τής δυνατότητας του ανθρώπου να σκεφτεί και να πλάσει, έστω θεωρητικά, ένα διαφορετικό μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής δομής. Με την αποκάλυψη των δυσκολιών, που συνάντησε ο αφηγητής στη ζωή του, τονίζεται η δύναμη που απαιτείται για τη διαμόρφωση, σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά και την εμπράγματη εφαρμογή στην καθημερινότητα των όρων μιας κοινωνίας α-ταξικής, μιας κοινωνίας βαθιάς και ουσιαστικής ισότητας. Η αφήγηση αποκαλύπτει τον φαύλο κύκλο που δημιουργεί η ταξικότητα, όχι μόνο πολιτικά, αλλά και κοινωνικά. Έτσι, οι άτυχοι της ζωής, καταδικάζονται σε βίους άχαρους, ισοπεδωτικούς, άγευστους και αδιέξοδους. Η ζωηρή σκέψη, η ικανότητα εμβάθυνσης και ανάλυσης των πραγμάτων, αλλά και η δυνατότητα οραματισμού, προβάλλουν ως αξίες στο έργο σε επίπεδο ουσιαστικά πολιτικό χωρίς να αναιρείται ο ανθρωπιστικός χαρακτήρας τους. «Συνεχίζουμε να μιλάμε για αξιοπρέπεια και κατανόηση σε έναν κόσμο τού κυνισμού και τής συναισθηματικής κενότητας. Συνεχίζουμε να είμαστε το ίδιο ευαίσθητοι και προσεκτικοί με τους ανθρώπους όπως τότε. Συνεχίζουμε να βλέπουμε πριγκίπισσες όπως μας είχαν διδάξει τα παραμύθια και οι ρομαντικοί άνθρωποι. Μη σταματήσεις να ψιθυρίζεις, μη σταματήσεις να μιλάς για αξιοπρέπεια, μη σταματήσεις να υπερασπίζεσαι και να αγωνίζεσαι για τη ζωή και την ελευθερία» (Από το «Αυτοί που ψιθυρίζουν»).
Αντίθετα, ο ανθρωπισμός προβάλλει επίμονα σε όλα τα μικροαφηγήματα, όχι ως διακήρυξη θεωρητική, αλλά ως ανάγκη εφαρμογής των ιδεών του στο παρόν, σε μια εποχή που από τη μια διατείνεται ότι τον αναγνωρίζει, από την άλλη ουσιαστικά τον καταργεί μέσα από τους όρους, κοινωνικούς και πολιτικούς, που ακολουθεί. Τα μικροαφηγήματα αποκαλύπτουν, επίσης, τον παραμορφωτικό ρόλο που επιφέρει η κυρίαρχη κοινωνική και πολιτική δομή στο περιβάλλον. Η φύση ως ολότητα, με όλα τα στοιχεία που την αποτελούν, όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τα δέντρα, το γρασίδι, το σύνολο των βιοτόπων προβάλλονται εκ του αντιθέτου μέσα από τις εικόνες των πόλεων, στις οποίες έζησε ο αφηγητής. Τα άθλια οικοδομήματα (το έργο περιλαμβάνει κατόψεις κτηρίων και διαμερισμάτων), η έλλειψη πράσινου, οι ξεχασμένες αλάνες, άθλιες μέσα στην εγκατάλειψή τους, τα ετοιμόρροπα μπαλκόνια παλιών σπιτιών, τα πλακάκια των πεζοδρομίων, που ποτέ δεν είναι στη θέση τους, ζωγραφίζουν την εικόνα τής σύγχρονης αστικής διαβίωσης, η οποία δίνει την εντύπωση ότι έχει αποκοπεί πλήρως από τη μήτρα τής φύσης, αλλά και της ομορφιάς. Η αφήγηση συσχετίζει την άναρχη δόμηση, και επομένως την αθλιότητα της αστικής διαβίωσης, όχι μόνο με την ανάγκη τού κέρδους, αλλά και με την απομάκρυνση από τη φύση: ο ταλαιπωρημένος από τα βάρη τής ζωής και τής καταπιεστικής εργασίας αφηγητής δεν μπορεί να χαρεί ούτε την ομορφιά τής φύσης, ούτε τη δροσιά τής επαφής με το περιβάλλον λόγω των συνθηκών, που έχουν διαμορφωθεί με τρόπο οριστικό σήμερα. Η αφήγηση συνδέει, ακόμη, τη φύση με τη γυναίκα ως οντότητα μέσα από αποδόσεις γραφής που σκόπιμα παραβιάζουν την ορθογραφία (Γη-ναικα) συνδέοντας έτσι το γυναικείο ζήτημα και με την κυρίαρχη πολιτική, αλλά και με την αναζήτηση μιας νέας έκφρασης της πολιτικής. «Μεγάλη Μητέρα, αν με ακούς, κάνε με αερικό να μπορέσω να πετάξω μακριά από αυτόν τον κόσμο. Να γευτώ τον ουρανό και αυτόν τον άνεμο που δεν παρέσυρε ποτέ το κορμί μου. Άφησέ με να δω τον ήλιο και να γευτώ την πολυπόθητη γεύση της ελευθερίας πριν την τελευταία μου πτώση» (Από το «Τελευταία πτώση»).
Οι γυναίκες δεν παρουσιάζονται ως ρομαντικές ηρωίδες τού παρόντος ή τού παρελθόντος τού αφηγητή, αλλά απολύτως ρεαλιστικά, όπως τις γνώρισε ο αφηγητής από τα παιδικά του χρόνια. Τσιγγανάκια, νεαρές πόρνες στη δυτική Θεσσαλονίκη, νεαρές  τρυφερές γυναίκες, που όμως δεν μπορούν να αντέξουν το βάρος των στερήσεων και της ανέχειας και αποχωρούν από τη ζωή τού αφηγητή αφήνοντας γερό το αποτύπωμά τους και στην καρδιά και στη μνήμη, ενήλικες αγενείς γυναίκες, που βιώνουν τη ίδια πραγματικότητα με τον πρωταγωνιστή σε άθλια διαμερίσματα, αφού τους χωρίζει μόνο μια μεσοτοιχία, καταγράφονται ως παρουσίες στην αφήγηση, επωνύμως ή ανωνύμως, αλλά πάντα με αγάπη και ενσυναίσθηση από την πλευρά τού συγγραφέα των όρων που διαμόρφωσαν τη συμπεριφορά τους. Έτσι, εκτός από την καταδίκη τής κυρίαρχης πολιτικής δομής ως υπαιτίου τής οικολογικής και περιβαλλοντικής λαίλαπας, επέρχεται αφηγηματικά και η καταδίκη τού φαλλοκρατισμού ως πρακτικής, που απαξίωσε και απαξιώνει τις γυναίκες στη βάση μιας διαίρεσης η οποία, κατά τον συγγραφέα, είναι και άδικη και αυθαίρετη.
Το έργο αποκαλύπτει και προτείνει μια άλλη αντίληψη για τη ζωή και τον άνθρωπο ικανή, κατά τον συγγραφέα, να βελτιώσει τους όρους επαγγελματικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής που έχουν διαμορφωθεί και απειλούν βασικά χαρακτηριστικά τού ανθρώπου ως όντος κοινωνικού. Παράλληλα με τη ζωηρότητα της γραφής, την αλήθεια των εμπειριών, αποδεικνύει την αξία τού προσωπικού βιώματος στη συγγραφή, ειδικά όταν μαζί με τα παραπάνω συνοδοιπορούν η ενσυναίσθηση, αλλά και το όραμα.

Νόπη Ταχματζίδου

*πηγή φωτογραφίας: https://asif.org/from-cooperative-restaurants-to-google-dining-rooms/