All posts by fothess

Η ελληνική Σιωπή | Γιάννης Χριστόπουλος

Η ελληνική Σιωπή

Χωροχρονικές αναγνώσεις τού ήχου
στο ελληνικό τοπίο

Μεσημέρι Δεκέμβρη σε ένα σπίτι με κήπο. Τριγύρω η σιωπή και η παρουσία των δέντρων που έχουν ρίξει τα φύλλα τους. Το μόνο που ακούγεται είναι ο απόμακρος ήχος τής καταιγίδας πέρα στα βουνά και ένας άνεμος που φυσά, σαν μιας «αύρας λεπτής εναγκάλισμα» και θυμίζει τη «μυρίπνοη πνοή τού πνεύματος», αλλά και τον αέρα τής «γλυκιάς πνοής», που φτάνει ως εμάς, του Σολωμού. Μια γενναιοδωρία που χαρίζει η Οίτη και ο Σπερχειός, σε όλους όσοι τυχαίνει να ζούμε δίπλα τους και να ζωογονούμαστε από αυτά. Αυτή η μετουσίωση των αισθήσεων, τούτο το δεκεμβριανό μεσημέρι, είναι που με κάνουν να καθίσω μπροστά στον υπολογιστή μου και να γράψω μερικά πράγματα για τον ήχο μέσα στον ελληνικό τοπίο· τον ήχο που απλώς δεν είναι ένα φαινόμενο, τον ήχο που απλώς δεν αποτελεί την αιτία τής διέγερσης της αίσθησης της ακοής, αλλά τον ήχο ως ένα σημείο συνάντησης και ερμηνείας τού κόσμου, τού κόσμου όπως παρουσιάστηκε και έγινε αντιληπτός μέσα από την ελληνική πραγματικότητα και τον ελληνική πρόταση για την ανάγνωση του χώρου και του χρόνου, μια ανάγνωση που δεν είναι διόλου μεταφυσική, αντιθέτως, έχει να κάνει με τον Λόγο και την οριοθετημένη ερμηνεία τής πραγματικότητας όπως αυτός την προσφέρει.
   Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
   Στην ελληνική σκέψη ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος είναι ένα και το αυτό πρόσωπο με δυο μορφές, αυτή της λογικής και του φωτός και αυτή της χαράς και της εξωστρέφειας και οι δυο μορφές, τόσο του Απόλλωνα, αλλά και του Διονύσου είναι γνωστές με τη μορφή ενός ηχητικού φαινομένου, ο μεν Απόλλωνας με τη λύρα, δηλαδή τη λογική και την τάξη, πουν συγκροτούν την κοινότητα και ο Διόνυσος δε, με τον αυλό και το τραγούδι των ακολούθων του, που αφήνουν τον άνθρωπο να νοιώσει ελεύθερος και να νοιώσει πως μπορεί να ξεπεράσει τις θλίψεις και τη φθορά. Αυτές οι δυο συνθήκες είναι που πολύ όμορφα ο Ησίοδος τις περιέγραψε ως γεννήτορες της Αρμονίας και τα ονόμασε με τα ονόματα δύο διαμετρικώς αντιθέτων θεών, του Άρη και της Αφροδίτης, του πολέμου δηλαδή και του έρωτα. Αυτή, λοιπόν, η συνθήκη είναι που γεννά τον ήχο τού ελληνικού τοπίου, είναι η παρουσία τού ανθρώπου και ο έρωτας για δημιουργία. Ο ήχος μέσα στο ελληνικό τοπίο δεν είναι απλώς και μόνο το φυσικό φαινόμενο, δεν είναι απλώς μια μονάδα μέτρησης, κάτι ενοχλητικό ή οικείο, είναι η φυσική παρουσία τού ανθρώπου στις τρεις διαστάσεις, τού χώρου και η επιβεβαίωση της ύπαρξης του κόσμου, εκεί που υπάρχει και η παραμικρότερη παρουσία τού ήχου ο άνθρωπος ξέρει πως υπάρχει, ξέρει πως μπορεί να βρει λύση και να έχει ασφάλεια. Στην αντίπερα όχθη η απουσία τού ήχου είναι η απουσία ασφάλειας και εν γένει η απουσία εκείνου που θα παρέχει στον άνθρωπο την επιβεβαίωση του εαυτού του.
   Στον ελληνικό χώρο όμως, από την άλλη πλευρά, πρέπει να πούμε πως συμβαίνει και το εξής ηχητικό παράδοξο, είναι η παρουσία της Σιωπής, όχι ως απουσίας ήχου, αλλά ως εκείνου του χώρου, διότι πρόκειται για μια χωρική συνθήκη, όπου εμπεριέχονται όλοι οι πραγματικοί ήχοι, εκεί που ακόμα και όταν ο άνθρωπος είναι απών, βρίσκεται ο ήχος διαρκώς παρών και ενεργεί. Η Σιωπή δεν είναι απλώς ένα σημείο εντός τού χώρου, που συναντιούνται οι ήχοι, η σιωπή δεν είναι απλώς ένα σημείο μιας αόριστης αναφοράς, φιλολογικής η φιλοσοφικής πραγματείας, η Σιωπή είναι πραγμάτωση της διάρκειας του ανθρώπου ακόμα και όταν ο άνθρωπος παύει να υπάρχει. Αυτό θα είχε, κατά πάσα πιθανότητα στο μυαλό του ο Ηράκλειτος όταν μιλούσε για την αξία τού Λόγου και τη δυσκολία τού ανθρώπου να την κατανοήσει, γιατί ο άνθρωπος πρέπει να αφήσει τον νου και την ψυχή του ελεύθερα ώστε να μπορέσουν να ακολουθήσουν το δρόμο μέσα στο χωροχρονικό τής Σιωπής αυτής, διότι στην ουσία η Σιωπή μέσα στον ελληνικό χώρο και χρόνο δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ανεπαίσθητη κίνηση ενός αγάλματος κάποιου Κούρου, την ταφική επιγραφή σε ένα μνημείο στον Κεραμεικό, τις πτυχώσεις από τα φορέματα των κοριτσιών στις αγιογραφίες τού Πανσέληνου, το ερωτικό σκίρτημα μια καρδιάς κάποιο βράδυ καθώς δυο άνθρωποι θα βρίσκονται ο ένας στην αγκαλιά τού άλλου· όλα αυτά μέσα στον ελληνικό χωρόχρονο δεν ακούγονται, υπάρχουν σιωπηλά και όμως με τον τρόπο του το καθένα μας παρουσιάζει τον δικό του ήχο, καθώς είμαστε αναγκασμένοι να παρατηρήσουμε την κίνηση του Κούρου, να αντιληφθούμε το βάδισμά του, καθώς θα θέλουμε να τον δούμε να φεύγει από τη βάση που τον τοποθέτησαν στο μουσείο, να διαβάσουμε την επιγραφή τού Κεραμεικού, να δούμε τα κορίτσια τού Πανσέληνου να κινούνται μέσα στην ακινησία τής αγιογραφίας για να προσφέρουν τη λατρεία στο θεό τους και τέλος να κάνουμε τον ήχο τής καρδιάς τού ανθρώπου που αγαπούμε δικό μας. Όλα αυτά μέσα στο ελληνικό τοπίο δεν χρειάζονται κραυγές και μεγαλοστομίες, αρκούνται στη Σιωπή, αρκούνται να υπάρχουν ως μοναδικά ηχητικά φαινόμενα που χρειάζεται η ηρακλείτεια έξοδος από τον εαυτό μας και τα πάθη μας για να τα προσεγγίσουμε, για να κατανοήσουμε επ’ ακριβώς, τη σημασία του Λόγου, δηλαδή του Διόνυσου και του Απόλλωνα εν τω αυτώ.
   Στο ελληνικό τοπίο η Σιωπή είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή ανάγνωση ή αναγνώριση, είναι η επιβεβαίωση των πάντων, του θείου και του ανθρωπίνου, του φυσικού και του μεταφυσικού, τα πάντα δρουν εντός αυτής της συνθήκης, τα πάντα παρουσιάζονται μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη της Σιωπής, κάθε τι που δεν δηλώνεται υπαρξιακά εντός της, δεν ανήκει στον ελληνικό χωροχρόνο και αυτό γιατί δεν μπορεί να κατανοηθεί ως μια κατάσταση δημιουργική, δεν μπορεί να υπάρξει η εκφαντορική του αποκάλυψη και τέλος δεν μπορεί να κοινωνήσει με τους ήχους των άλλων, διότι δεν έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί και να αλληλοπεριχωρήσει. Η Σιωπή στον ελληνικό χωροχρόνο, εν τέλει, είναι η έμπρακτη απόδειξη της Αρμονίας όπως την έχει φανταστεί ο Ηράκλειτος, που της αρέσει να κρύβεται, αλλά να σημαίνει, όπως ο θεός τού μαντείου και ετερώνυμος του θεού των αγρών. Η ελληνική Σιωπή αποτελεί και κάτι ακόμα, μια άσκηση βεβαιότητας και μια άσκηση αντίληψης. Στο ελληνικό τοπίο ο άνθρωπος καλείται να ανταμώσει πρωταρχικά τον εαυτό του, έπειτα δε και τον χώρο μέσα στον οποίο βρίσκεται και να συγκατατεθεί στις διαστάσεις του και τους ανθρώπους του. Εκείνος που θα εντρυφήσει στη Σιωπή αυτή πρέπει να γνωρίζει που βρίσκεται, μέσα σε ποιόν χώρο αναπτύσσεται και τί μπορεί αυτός ο χώρος να του προσφέρει. Ο ελληνικός χώρος δεν είναι απλώς μια τρισδιάστατη αναφορά ενός πεδίου με προεκτάσεις μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, είναι κάτι πολύ περισσότερο, είναι η συνάντηση όλων των πεδίων ανατολής και δύσης σε ένα σημείο, είναι η συνάντηση όλων των ήχων και όλων των μορφών τους και η μεταστοιχείωση τους σε νέες μορφές και αυτό δεν γίνεται με βοή, δεν γίνεται με κραυγή, δεν γίνεται με έπαρση, γίνεται με τάξη και ηρεμία, γίνεται με έρωτα και διάθεση, με την παρουσία τού Απόλλωνα και τού Διόνυσου, δηλαδή γίνεται με τη Σιωπή.
   Ακόμα και μπροστά στον θάνατο και την απώλεια δεν υπάρχει ο θρήνος και η οιμωγή, τα πάντα γίνονται ήρεμα και διακριτικά, ο ελληνικός θάνατος είναι ήδη μια συνθήκη προετοιμασμένη, η ζωή αποτελεί «μελέτη θανάτου», κατά τον Πλάτωνα, «προοίμιον αθανασίας», σύμφωνα με τον Κάλβο και κάθε τι που υπάρχει σ’ αυτόν εδώ τον χώρο, προετοιμάζεται αυτοθέλητα για να ανταμώσει την αιωνιότητα, προετοιμάζεται μέσα στην ελληνική Σιωπή, δηλαδή στην κοινωνία των ήχων που υπάρχουν σε αυτόν εδώ τον τόπο, προετοιμάζεται για να αναγνωρίσει πλέον «νυν και το αιεν του κόσμου», όπως θέλει ο ποιητής, αφήνοντας πίσω κάθε τι που τον βαραίνει και θέλει να τον κρατήσει πίσω. Η ελληνική Σιωπή, λοιπόν, δεν είναι, όπως μπορούμε να καταλάβουμε, μια απουσία. Είναι ακριβώς το αντίθετο, είναι η παρουσία τού χώρου και τού χρόνου σε όλο του το μεγαλείο, είναι η παρουσία τού ανθρώπου μέσα στην ακεραιότητά του και στην αυθεντική του διάσταση, μια διάσταση που δεν ορίζεται από κάποιας μορφής γεωμετρία, αλλά από την παρουσία τού Λόγου, δηλαδή του κοινού ήχου όλων των ανθρώπων, τού ήχου που παίρνει μορφή στο χορό τής αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, τού ήχου που γίνεται «του ταπεινού Ρωμανού ύμνος» και τού ήχου που γίνεται ένα ερωτικό δίστιχο σε ένα από τα πολλά σωζόμενα της δημοτικής μας ποίησης, που γίνεται ένα λευκόμορφο αγγείο, μια αγιογραφία σε κάποιο από τα μοναστήρια της λίμνης των Ιωαννίνων, ένα κεντητό μιας παλιάς μακεδονίτισσας.
   Η ελληνική Σιωπή, λοιπόν, είναι η αυθεντική ηχητική έκφραση του ελληνικού χωροχρόνου και κάθε προσπάθεια να την προσεγγίσουμε θέλει να αρνηθούμε τις προσωπικές μας αδυναμίες, χρειάζεται να αφήσουμε τον εαυτό μας να ακούσει ελεύθερα πέρα από κάθε δέσμευση και μόνο έτσι θα είναι δυνατόν να βρούμε το κλειδί που θα αποκρυπτογραφήσει τούτο το τοπίο.

Γιάννης Χριστόπουλος

Θερινό δώρο | Ευστράσιος Ευ. Σαρρής

Θερινό δώρο

Εἶχε τὸ συνήθειο πρὸς τὰ τέλη Αὐγούστου ἢ κάπου μέσα στὸν Σεπτέμβρη νὰ κατεβαίνῃ στὸ ἐξοχικὸ γιὰ ἕνα Σαββατοκύριακο, ἐντελῶς μόνος. Δὲν ἐπικοινωνοῦσε τηλεφωνικῶς μὲ κανέναν μήτε καὶ ἤθελε παρέες· ἀπομόνωσις. Γέμιζε τὴν ὥρα του μελετῶντας Πλάτωνα καὶ μὲ μακρυνοὺς περιπάτους, νὰ τὸν συντροφεύῃ πάντα τὸ δάσος δίπλα, μὲ τὸ κῦμα ἀρχεγόνου μυστηρίου ὁποὺ ἀνέδυεν, ὅμως πρωτίστως μὲ τὴν κάθοδο στὴν θάλασσα. Ἐκεῖ, στὴν γνωστὴ μὲν παραλία ἀλλ’ ἀρκετὰ μακριὰ ἀπὸ τοὺς λιγοστοὺς λουομένους, κολυμποῦσε τ’ ἀπογεύματα πολύ, καὶ κατόπιν ἐπάνω στὸν ἄμμο βυθιζόταν προσπαθῶντας ν’ ἀναπλάσῃ, μὲ ἐργαλεῖα του τὴν σκέψι καὶ τὴν ὅρασιν, ἕνα τοπίο παρθένο, μιὰν αἴσθησι «μυκηναϊκῆς» ἐποχῆς, λὲς καὶ νὰ ἔβλεπε ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ πὼς ζυγώνουν τὰ κάτεργα τῶν λαῶν τῆς θάλασσας, ἴσως καὶ οἱ Μινύες ἥρωες ἀργοναῦτες.
   Τὸ ἀπόγευμα ἐκεῖνο, ἂν καὶ ἀρχικῶς μόνος, ἀπέκτησε ἀργότερα παρέα. Ἕνα νεαρὸ ζευγάρι, τοῦ τύπου τῶν δεινῶν κολυμβητῶν οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται ν’ ἀνοίγωνται, μὲ βατραχοπέδιλα καὶ μάσκες, στὰ βαθιά. Δὲν τοὺς ἔδωσε ἰδιαίτερη σημασία, ἄλλως τε τὴν περισσότερην ὥρα ἦσαν χαμένοι, εἶδε ὅμως ἢ νὰ ποῦμε καλύτερα, ἕνεκα ἀποστάσεως, ἔνιωσε πὼς τὸ κορίτσι ἐνίοτε τὸν κοιτοῦσε μὲ λοξὲς ματιὲς καὶ πὼς μᾶλλον ἦταν ὄμορφο καὶ καλλίγραμμο, ἔτσι ἔμοιαζε. Ὁ ἥλιος ἔδυε πλήρης μεγαλείου καὶ σὲ σημεῖα ἔλαμπε πολὺ ἐπάνω στὸ διάφανο νερὸ ὅταν ἀποφάσισαν νὰ βγοῦν καὶ κολυμποῦσαν ἀργὰ πρὸς τὴν ἀκτή. Τὸν πλησίαζαν, ὁ ἄντρας σὲ ἀρκετὴ ἀπόστασι ἀλλὰ τὸ κορίτσι πρὸς τὸ μέρος του.  Ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετὰ ἐννόησε ὅτι ἐρχόταν καταπάνω του, ἐξεπλάγη· μὰ δὲν μὲ βλέπει; Θὰ συγκρουστοῦμε! Εἶπε νὰ παραμερίσῃ, τέλος ἐστάθη πατῶντας γερὰ στὸν βυθό. Προσπέρασε κοντά του, ξυστὰ ποὺ λένε, καὶ ἂν ἅπλωνε τὰ χέρια τὴν ἔπαιρνε ἀγκαλιά. Κολυμποῦσε νωχελικά, γεμάτη χάρι καὶ παρατήρησε μὲ λεπτομέρεια τὸ κορμί της. Ἦταν μετρίου ἀναστήματος, ἀντικειμενικὰ καλλίγραμμη καὶ ἐλαφρῶς, σὲ σημεῖο μὴ ἀπωλείας θηλυκότητος, γυμνασμένη. Μόλις πέρασε ὁλόκληρη γύρισε ἀπότομα τὸ κεφάλι της καὶ τὸν κοίταξε κατάβαθα στὰ μάτια. Εἶχε λαμπερὰ μάτια καὶ ὄμορφο πρόσωπο, τὰ μαλλιά της ἀνοιχτὰ καστανά, πιασμένα κοτσίδα, ἔλαμπαν στὸν ἥλιον ὑγρὰ ὁμοίως. Ἐκεῖνο τὸ βλέμμα νὰ λησμονηθῇ ἀδύνατον, ὁ χρόνος δὲν βγαίνει πάντα νικητής. Ἀναμφιβόλως βαθύτατα ἐρωτικὸ μὰ καὶ κάτι πέραν αὐτοῦ σὰν νὰ ἔλεγε «Σοῦ τάζω, θὰ δῇς… πίστεψέ με γιὰ σένα… νὰ θυμᾶσαι…»
   Βγῆκαν στὴν ἀμμουδιὰ καὶ σκουπίστηκαν καλά. Πέρα μακριὰ κάποιοι, σχεδὸν κουκκίδες, ἔπαιζαν βόλλεϋ. Καί ἐκεῖνος τραβήχτηκε πρὸς τὰ ῥηχά, δὲν γνώριζε γιατί ἁπλῶς ἔτσι τὸ ἔνιωσε, ὅμως δὲν βγῆκε παρὰ ἔμεινε περὶ τὰ δέκα μέτρα μέσ’ ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἔσκαγε γαλήνια τὸ κῦμα. Τὰ γένεια του βαρειὰ ἀπὸ τὸ ἁρμυρὸ νερὸ καὶ τὰ μαλλιά του γυρισμένα πρὸς τὰ πίσω καὶ στεκόταν ὄρθιος πατῶντας στὸν βυθὸ καὶ κρυφοκοιτῶντας ἐνίοτε τὸ κορίτσι, ἀναλογιζόμενος τὸ περίεργο βλέμμα της. Ὁ φίλος της ἄρχισε νὰ παλεύῃ μὲ τὰ πράγματά τους καὶ τὸν ἐξοπλισμό, τέσσερα πέντε μέτρα παρέκει, στραμμένος πρὸς τὸ γήπεδο τοῦ βόλλεϋ, ὥστε νὰ μαζέψῃ νὰ φύγουν, ἐνῷ ἐκείνη στεκόταν ὀρθή, σὲ εὐθεῖα γραμμὴ μὲ τὸν μοναδικὸ πλέον κολυμβητή. Πρῶτα ἔβγαλε τὸ ἐπάνω μέρος ἀπὸ τὸ μαγιό της καὶ ἀκολούθως σκύβοντας, μὲ γρήγορη κίνηση, καὶ τὸ κάτω καὶ ὅταν σηκώθηκε ξανὰ ἔστεκε πλέον μπροστά του ὁλόγυμνη. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ μία ἀπὸ τὶς στερνὲς φωτιὲς τοῦ ἡλίου ἔπεσε στὸ κορμί της καὶ ἔβαλε τὸ χέρι της προστασία νὰ ἡσκιάσῃ τὰ μάτια της. Ἔμεινε ἔτσι τέσσερα πέντε δευτερόλεπτα, χωρὶς νὰ τὸν κοιτάξῃ κἄν, σὰν νὰ ἔπαιρνε πόζα. Ἐνόσῳ τὴν ἔβλεπε σκεφτόταν πὼς ἴσως ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἡ καρδιά της νὰ χτυποῦσε δυνατά, γεμάτη ταραχὴ καὶ ἔξαψι. Ὁ ἴδιος δὲν αἰσθάνθηκε τίποτα σεξουαλικό, ἀλλὰ ἡ καρδιά του ἔλειωσε γεμίζοντας ζεστασιά. Πλέον καλῶς ἐννοοῦσε τὸ  πρότερο βλέμμα της. Τοῦ εἶχε κάνει ἕνα δῶρο θερινό, δῶρο θερινῶν ἀναμνήσεων, μία ἄγνωστη πρὸς ἕναν ἄγνωστο. Τὸν εἶχε κάνει κοινωνὸ τοῦ κάλλους της γιατὶ ἔτσι, γιατὶ τὸ θέλησε, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εὕρισκε ἐξαιρετικὰ ὄμορφο καὶ ἁγνό. Κατόπιν ντύθηκε γοργὰ καὶ ἐντὸς ὀλίγου ἀπεχώρησαν… χωρὶς νὰ τὸν κοιτάξῃ κἄν.
   Τὸ βράδυ, ξαπλωμένος στὸ σπίτι, σκέφτηκε πάλι τὸ γεγονός. Στιγμιαίως ἀναρωτήθηκε ἂν τὸν σκεφτόταν τὸ κορίτσι. Παντελῶς ἀνόητη σκέψις, φυσικὰ τὸ κορίτσι ἀγαποῦσε, ἢ ἔστω ἐπιθυμοῦσε, τὸν φίλο της, αὐτὸ τὸ ὁποῖο συνέβη ἦταν θηλιὰ στὸν χρόνο, ὅπως εἶχε διαβάσει σὲ κάποιο βιβλίο, μιὰ μικρὴ αἰωνιότητα νὰ χάνεσαι μέσα στὰ δύσκολα. Δὲν θὰ τὸ κατέστρεφε μὲ σκέψεις τιποτένιες ἀντρικές. Σηκώθηκε καὶ πῆρε ἀπὸ τὸ ψυγεῖο μιὰ μπύρα, κάθισε στὸ μπαλκόνι ἀνοίγοντας πρῶτα τὴν μπύρα καὶ ὕστερα τὸν Φαίδωνα τοῦ Πλάτωνος. Ἀπόψε τὸ πρόγραμμα εἶχε κάταστρον οὐρανὸ Χαλκιδικῆς καὶ ἀθανασία. «Ἴσως κάποτε γράψω γιὰ σένα», εἶπε, καὶ ξεκίνησε νὰ διαβάζῃ.

Ευστράσιος Ευ. Σαρρής

*Φωτογραφία: https://rarehistoricalphotos.com/deauville-beach-vintage-photos/