της Αφροδίτης Κατσαδούρη
Κοιτάζω την κουζίνα της
ούτε μια σταγόνα λάδι χάμω – όλα πάλι καθαρά
και οι επίμονες βρομιές
από τις ποθημένες εκδρομές
γύρω απ’ τα γερασμένα μάτια της
οι σάλτσες απ’ τις αιματηρές αντιφωνίες
των συγγενών
οι ξεφλουδισμένες σάρκες μες στον νεροχύτη
τα ξεραμένα θέλω στο πλακάκι
η άρση βαρών των μυρμηγκιών
που θυμίζουν τα δικά της βάρη
κάποτε υπήρξανε
αλλά ένα χέρι μαγικό
κοιτάζω το δωμάτιο
πριν μισή ώρα σκοτωνόντουσαν οι Αχαιοί
τώρα οι ασπίδες
οι χοές
o κουρνιαχτός
και τ’ ανυπότακτα αλογάκια
πάνω στο γραφείο μου
παρελαύνουνε ειρηνικά
και τα ρούχα στο ντουλάπι κοιμούνται ήσυχα
κιχ δε βγάζουν κι ας ψοφάνε για ζαβολιά
πως νόμιζα παλιότερα
ότι η μάνα μου είναι νοικοκυρά
τι κρίμα που δεν παρευρέθηκα ποτέ
στις συναντήσεις παλαιών συμμαθητών
θα πέσουν κάποτε στα χέρια τους
τα χέρια της
θα μάθουν πως η μάνα
διετέλεσε διευθύντρια σε ρυθμίσεις εργοστασιακές.
