της Κατερίνας Δερδελάκου
Κύριος 1577
ώ, μύστ!
Ξημέρωσε και δε φαινόταν ότι θα έρθει μια ηλιόλουστη μέρα. Εγώ, όμως, όπως πάντα, έβαλα να φτιάξω καφέ. Τον γνωστό όπως κάθε μέρα και όπως όλους τους καφέδες που πίνω μέσα στην κάθε μέρα. Άνοιξα το μπροστινό παράθυρο του σαλονιού, εκείνο που βλέπει στον κεντρικό δρόμο και πέρα στην πλατεία. Ο κόσμος ευθύς εμπρός μου. Στην καρδιά αυτής της γραφικής ελληνικής πόλης βρίσκεται μια μικρή πλατεία, ένα στολίδι που συνδυάζει την παραδοσιακή αρχιτεκτονική με την αίσθηση του χρόνου που σταματά. Πλακόστρωτα δρομάκια οδηγούν σε αυτήν, όπου τα βήματα ηχούν πάνω στα λεία, φθαρμένα από τον χρόνο, πέτρινα, πλακάκια. Γύρω από την πλατεία υψώνονται παραδοσιακά σπίτια με κεραμιδένιες στέγες και πέτρινους τοίχους, με τα μπαλκόνια τους να ξεχειλίζουν από λουλούδια που χρωματίζουν τον χώρο με ζωντανές αποχρώσεις. Το άρωμα του φρεσκοκομμένου καφέ τρυπάει τα ρουθούνια των περαστικών. Στο κέντρο τής πλατείας δεσπόζει ένα επιβλητικό, μαρμάρινο, σιντριβάνι, όπου το νερό κυλά αδιάκοπα, δημιουργώντας ένα χαλαρωτικό θρόισμα. Πλατάνια ρίχνουν την ευεργετική τους σκιά, προσφέροντας δροσιά στη ζεστή καλοκαιρινή ημέρα. Τα ξύλινα παγκάκια, που βρίσκονται διάσπαρτα στην πλατεία, φιλοξενούν ηλικιωμένους, που ανταλλάσσουν ιστορίες, καθώς και παιδιά που παίζουν ανέμελα.
Έχω το βιβλίο ανοιχτό στα γόνατά μου, αλλά οι λέξεις μοιάζουν να μη βγάζουν νόημα. Το μυαλό μου περιπλανιέται, χαμένο ανάμεσα σε αναμνήσεις και μελλοντικά όνειρα. Αναλογίζομαι τις επιλογές που έχω κάνει. Τα μονοπάτια που διάλεξα και εκείνα που άφησα πίσω. Είμαι ικανοποιημένη με τη ζωή μου, ή μήπως υπάρχει κάτι βαθύτερο που ακόμα δεν έχω ανακαλύψει; Βρίσκομαι σε ένα σημείο όπου η αβεβαιότητα με βαραίνει, και κάθε επιλογή μοιάζει να κρύβει τόσο κινδύνους, όσο και ευκαιρίες. Αναρωτιέμαι τι θα είχε συμβεί αν είχα τολμήσει να πάω σε κείνο το ταξίδι στην Ανδαλουσία, που ποτέ δεν πραγματοποίησα. Ή αν είχα αποδεχτεί εκείνη τη δουλειά που υποσχόταν νέες προκλήσεις, αλλά και οικονομική ανασφάλεια. Έχω αφήσει ευκαιρίες να χαθούν γιατί φοβόμουν το άγνωστο; Ή μήπως οι αποφάσεις μου ήταν απλώς αποτέλεσμα σοφής σκέψης;
Καθώς κοιτάζω έξω, το φως τού ήλιου γίνεται όλο και πιο έντονο, γεμίζοντας το σπίτι με ζεστασιά. Η μέρα μόλις ξεκινάει, και η ζωή συνεχίζει να κυλάει αδιάκοπα. Ίσως να μην είναι κακό που μερικές φορές αμφιβάλλω. Ίσως αυτή η αμφιβολία να είναι μέρος τής προσωπικής μου αναζήτησης, τού δικού μου ταξιδιού. Χαμογελώ απαλά. Οι σκέψεις μου μπορεί να με ταράζουν, αλλά με κάνουν να νιώθω ζωντανή. Δεν έχω όλες τις απαντήσεις, αλλά δε με σταματάει αυτό από το να συνεχίζω. Καφενεία και ταβέρνες με παραδοσιακές καρέκλες και τραπέζια περιβάλλουν την πλατεία, γεμίζοντάς τη με μυρωδιές ούζου και τοπικών εδεσμάτων. Η πλατεία αυτή είναι ένας ζωντανός καμβάς τής βόρειας ελληνικής καθημερινότητας, όπου το παρελθόν συναντά το παρόν και η Ανατολή τη Δύση σε μια αρμονική συνύπαρξη. Το σκέφτομαι έντονα το τελευταίο διάστημα. Συνήθως τον σκέφτομαι να λέει:
«Ήσυχα ρε! Ήσυχα!»
Ήταν εκείνος που μου έμαθε να πίνω «Jack Daniels». Εκείνος κάπνιζε κιόλας «Καρέλια» μαλακά τα βράδια που περνούσα να τον συναντήσω μετά τη δουλειά. Εικοσιπέντε βράδια. Τόσο κράτησε η ιστορία μας. Μου έλεγε ότι του αρέσει ο τρόπος που μιλώ. Ότι είμαι κοπέλα που χρησιμοποιεί ωραίες λέξεις για να πει την αλήθεια. Αλλά εγώ δεν την πίστευα αυτήν την αλήθεια. Διάλεγα απλώς τις κατάλληλες λέξεις. Ήταν άντρας προσεκτικός. Άνδρας για σπίτι· «περί οπής», που θα έλεγαν οι ωριμότερες. Στα γερμανικά υπάρχει μια φράση που τον χαρακτηρίζει πολύ: «oh Mist!», «Σκατά!/Γκαντεμιά!». Εμένα δε μου αρέσουν οι ταμπέλες, μάτια μου. Είμαι μονάχα υπέρμαχος της ηθικής και της τυπολατρίας. Ακολουθώ κανόνες και είμαι πιόνι. Αλλά ως άνδρας είμαι στη Β΄ Γυμνασίου Αρρενωπότητας, μετεξεταστέος στις διαταγές. Μ’ αρέσει η ψευτοηθική, ναι! Και να νιώθω τη βαριά ανάσα μου σε κοριτσίστικα μάγουλα. Αλλά ποτέ σε γυναικεία αγκαλιά. Οι πτυχές τού γυναικείου κορμιού είναι η μεγαλύτερη απειλή που καλούμαι να αντιμετωπίσω.
Σηκώνω κεφάλι μόνο όταν δε γυαλίζω αρβύλες. Τη σκέφτομαι πολύ, εκείνη τη μικρή, ρε γαμώτο. Εκείνη δεν είναι σαν εσένα, εκείνη μπορεί ακόμη να ανήκει σε κάποιον. Οι ορίζοντές της είναι οι ωμοπλάτες των εραστών της. Άλλοτε μελαμψοί τραχείς, μυώδεις, μουσκεμένοι. Σαν σκύβουν πάνω της διάστικτοι με τατουάζ με τρίχα, μέσα στις νύχτες. Βαριά δηλώνουν παρουσία αρσενικού. Κατακτητές. Αλλά εσύ, έχεις νικήσει και ξέρεις. Έχεις νικηθεί και ξέρεις. Εσένα δεν μπορώ να σε ξεγελάσω. Δεν παίζεις το παιχνίδι μας. Εσένα δε σε πήραν με σάρκα. Στις ράχες των δικών σου έβλεπες έναστρο νυχτερινό ουρανό, εκεί που θα ’ταν οι φακίδες. Στο μικρό, ήσυχο, καφέ κάθεσαι απέναντι μου με ύφος που δικάζει. Έχεις καρφωμένο το βλέμμα στην πινακίδα στο κατάστημα με τα κυνηγετικά είδη ένδυσης απέναντι μας. Δε μιλάμε και η παραγγελία μας αργεί. Καθόμαστε αντικριστά, με το τραπέζι να μας χωρίζει σαν αόρατος τοίχος. Ο χώρος γύρω μας είναι γεμάτος κόσμο, χαμηλές συνομιλίες και τον απαλό ήχο των φλιτζανιών που ακουμπούν στα πιατάκια. Όμως, ανάμεσά μας απλώνεται μια σιωπή βαριά, γεμάτη ανείπωτα λόγια και κρυμμένα συναισθήματα.
Κοιτάζω τα φλιτζάνια μας, τα δάχτυλά μου παίζουν νευρικά. Η ανάσα μας είναι αργή, σχεδόν υπολογισμένη, ενώ το μυαλό μας τρέχει, προσπαθώντας να βρει το θάρρος να σπάσει τη σιωπή. Νιώθω την καρδιά μου να χτυπά γρήγορα, κάθε χτύπος μια υπενθύμιση της απόστασης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ μας. Το βλέμμα μου πλανιέται έξω από το παράθυρο, χαμένη σε σκέψεις. Τα μάτια μας, συνήθως γεμάτα ζωή, τώρα μοιάζουν κενά, σαν να αναζητούμε κάτι που δεν μπορούμε να βρούμε μέσα σε αυτά τα τέσσερα τείχη. Σφίγγω τα χέρια μου πάνω στο τραπέζι, προσπαθώντας να καταπνίξω την ένταση που απλώνεται μέσα μου. Κάθε κίνηση, κάθε βλέμμα, μοιάζει βαρύ και υπολογισμένο. Τα λόγια που θα μπορούσαν να ειπωθούν μένουν στον αέρα, σαν να φοβούνται να διαταράξουν την εύθραυστη ισορροπία που κρατά το παρελθόν μας ζωντανό. Ο χρόνος κυλά αργά, και η σιωπή μας γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη, σαν ένα αόρατο χέρι που μας σφίγγει το στήθος. Ξαφνικά, τα μάτια μας συναντιούνται για μια στιγμή. Μια φευγαλέα ματιά γεμάτη από όλα όσα δεν τολμούμε να πούμε. Η ένταση είναι σχεδόν απτή, σαν να μπορούσαμε να την αγγίξουμε αν απλώσουμε το χέρι. Αλλά κανείς μας δε μιλά. Η σιωπή, αυτή η βαριά, αβάσταχτη, σιωπή, λέει περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαμε ποτέ να εκφράσουμε με λόγια. Το βλέμμα σου πλανάται στην πινακίδα αργά, αλλά σταθερά, από αριστερά προς δεξιά σαν ροδέλα γραφομηχανής. Σχεδόν μπορώ να σε ακούσω να κοιτάς «κυνήγι-ψάρεμα-κατάδυση». Α-μπε-μπα-μπλομ. «Κυνήγι-ψάρεμα-κατάδυση». Α-μπε-μπα-μπλομ. Ξέρω ότι αναμετριέσαι με τον εαυτό σου. Διαλέγεις μια στρατηγική.
Εγώ σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποφύγω πάλι την πραγματικότητα σκέφτομαι τα δικά μου. Η λέξη «σκανδάλη» είναι από μόνη της σημαντικό στοιχείο. Πρωταρχικά επειδή είμαι γυναίκα. Επειδή αγαπώ για μένα, δε σημαίνει χάνομαι, αλλά βρίσκομαι. Μέσα στην ύλη που διδάσκω, μες στα παπούτσια που δανείζω, μες στα φορέματα που αφήνω να κυλούν στους αστραγάλους μου. Είμαι το χαμόγελο που σκάω παρατηρώντας ένα αερόστατο πέντε μέτρα μακριά από έναν διάλογο στα ολλανδικά, ενός αγοριού που έχει μια μάνα από τα Ουράλια όρη. Βρίσκομαι στο ροζ που φοράω πάνω από το μαύρο. Βρίσκομαι όπου καβαλάω ένα σιέλ ποδήλατο δίπλα από έναν άνδρα που δε θέλει τα παιδιά μου. Βρίσκομαι στα πάνω πάνω στα εφήμερα, αλλά και στα πίσω πίσω στις αναμνήσεις. Και άλλοτε πάλι βρίσκομαι στις παρατημένες βέρες στη θήκη για το μπουκαλάκι τού νερού σε κλειδωμένα αμάξια τα χαράματα. Βρίσκομαι στον άνδρα κάποιας άλλης από κάτω μου και σε έναν άλλο γιο κάποιας άλλης από πάνω μου. Γιατί η ερωμένη δεν είναι ποτέ πουτάνα. Δεύτερη μάνα είναι. Επαινεί και προστατεύει, άγνωστο τι. Οι άνδρες ξέρουν μόνο τα πώς, πού, τί, γιατί.
Χάνομαι; Όχι. Το χάσιμο είναι αρρενωπή αρετή. Εγώ βρίσκομαι στο ακούμπισμα του ωκεανού με τον ουρανό. Είμαι παρούσα στις κοινωνικές δοσοληψίες. Γειώνω τη ζωή κάποιου φεύγοντας και απογειώνω τη ζωή κάποιου άλλου μπαίνοντας στο σπίτι του. Χαράζω κάποιον βαθιά, αφήνω ιστορίες για να αφηγηθεί και γλυκοχαράζω σε ένα άλλο σημείο του κόσμου. Που αν πάρεις «από» και «γλυκό» με πλησιάζεις στην ουσία. Απόγλυκος<απογλυκαίνω: ωριμάζω, γίνομαι όψιμος, πεπαλαιωμένος πιο ευγενικά. Είμαι γυναίκα που βρίσκεται στους πρόποδες της λήξης. Προσοχή! Πρόποδες. Η λήξη δεν είναι κάθοδος, αλλά ιερή ανάβαση. Απόγλυκη γυναίκα με ανέσεις, φορώντας πάντα μαύρο κάτω από το ροζ. Στριφογυρνάω στο κρεβάτι μετρώντας κάθε «σ’ αγαπώ». Αποζητάω ένα χάδι. Αλλά και πάλι βρίσκομαι. Ποτέ δε χάνομαι. Βρίσκομαι σε όσους σκοντάφτουν ερχόμενοι, σ’ όσους μες στη λάσπη εμάς αναζητούν. Η ικανότητα να μη ζητάς είναι η ύψιστη συμφωνία τής αγάπης. Είμαι γυναίκα που ξέρει να απορρίπτει έναν κόσμο για έναν άλλο. Που έχει ακόμη επιλογή. Σε μια κατάσταση με τελειωμένη ύλη, έχω ξεμείνει από παπούτσια, έχω κουμπώσει το φουστάνι και λέω ν’ αρχίσω να υποχωρώ.
Επιστρέφω πάλι εκεί κοντά σου. Είπα δε θα ξεχάσω ποτέ. Αυτό που είχαμε ήταν αντίστοιχο μιας εθνικής εορτής, ενός κρατικού σφετερισμού, μιας προδοσίας. Δε θα ξεχάσω ποτέ. Εικοσιπέντε βράδια.
Κατερίνα Δερδελάκου
