Απόγευμα Νοέμβρη

30 Νοέμβρη 1942, απόγευμα στο κέντρο τής Θεσσαλονίκης. Η θερμοκρασία στους έξι βαθμούς. Ένας άνδρας περπατάει με βιαστικό βήμα στη μέση τού πεζοδρομίου προς την οδό «Παύλου Μελά». Η ομίχλη και η υγρασία εισέρχεται στο κορμί του, καθώς βαδίζει εδώ και είκοσι λεπτά. Τυλιγμένος σφιχτά στο κουρελιασμένο μαύρο πανωφόρι του με τον φθαρμένο γιακά, έχει βάλει τα μελανιασμένα του δάκτυλα μέσα στις τσέπες να ζεσταθούν. Αντικρίζει τα μεγάλα ξύλινα παράθυρα και την ονομασία πάνω στα καθαρά τζάμια με καλαίσθητα γράμματα: «Ουζερί Τσιτσάνης». Δεν έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή του, η ώρα κοντεύει οκτώ και σύντομα θ’ αρχίσει η βραδινή απαγόρευση κυκλοφορίας. Χωρίς να διστάσει στιγμή, πιάνει το πόμολο της πόρτας και τη σπρώχνει με δύναμη. Μόλις εισέρχεται στον χώρο, φτάνουν στ’ αυτιά του από τα δεξιά οι πρώτες νότες από το μπουζούκι τού Βασίλη και την κιθάρα του συναδέλφου του. Σηκώνει το κεφάλι του δέκα εκατοστά και στρέφει τα μάτια του προς το εσωτερικό τού ουζερί· στη συνέχεια γυρίζει τον λαιμό του αργά προς τ’ αριστερά παρατηρώντας τον χώρο.

Ο χώρος τού μαγαζιού είναι μικρός, στενόμακρος και τα τραπεζάκια είναι τοποθετημένα σε απόσταση μισού μέτρου το ένα με το άλλο. Οκτώ τετράγωνα τραπέζια, ξύλινα, στρυμωγμένα, υπήρχαν στο μαγαζί. Όλα είχανε πάνω στην επιφάνειά τους τοποθετημένα τραπεζομάντηλα με διαγώνιες καφέ και άσπρες ρίγες και μεταλλικά στρογγυλά σταχτοδοχεία. Κάθε τραπέζι είχε και τέσσερις ξύλινες καρέκλες, μία σε κάθε πλευρά του. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε λαδί χρώμα, και σε κάποια σημεία κοντά στην κουζίνα δείχνουν ξεφτισμένοι. Όπως εισέρχεται κάποιος στο μαγαζί, στα δεξιά έχουν τοποθετήσει το πάλκο με την ορχήστρα. Πιο μέσα, στο βάθος, υπάρχει μία υποτυπώδης κουζίνα, με μία μεταλλική ξυλόσομπα. Εκεί δίπλα ήταν κι ο τετράγωνος μαρμάρινος νεροχύτης, όπου μία γυναίκα στεκόταν όρθια με ποδιά δεμένη γύρω από τη μέση της κι έπλενε. Στο χέρι της κρατούσε ένα πιάτο κάτω από τη βρύση. Μισό μέτρο πιο αριστερά είναι ένας μικρός στενός πάγκος, με τρία πιάτα έτοιμα με μεζέδες.  Στο μαγαζί βρισκόντουσαν άλλοι οκτώ άνθρωποι εκτός τους τρείς μουσικούς στο πάλκο. Δύο παρέες των τριών ατόμων, η μαγείρισσα και ο υπεύθυνος του μαγαζιού. Η παρέα, που κάθεται κοντά στην τζαμαρία, προκαλεί τη μεγαλύτερη οχλαγωγία. Από τις ομοιόμορφες φορεσιές τους φαίνεται ότι κατά πάσα πιθανότητα είναι ναυτικοί, που ήρθανε να πιούνε κρασί και να ξεδώσουνε απ’ τον εγκλεισμό τής θάλασσας. Όλοι φοράνε παρόμοια χοντρά ρούχα, τα μαλλιά τους είναι κουρεμένα αρκετά κοντά και για υποδήματα έχουν μαύρες μπότες με φθαρμένα κορδόνια και χτυπημένες στις άκρες. Στο τραπέζι τους δεσπόζει μία τσίγκινη κανάτα με κόκκινο κρασί, τα ποτήρια τους και πέντε πιάτα άδεια. Δίπλα σε κάθε πιάτο βρίσκεται κι ένα πιρούνι. Μια στοίβα άσπρες χαρτοπετσέτες, διπλωμένες σε τρίγωνο σχήμα είναι σφηνωμένες σε μία μεταλλική βάση, λίγο πιο πέρα απ’ την κανάτα. Η άλλη παρέα είναι τρεις νέοι άνδρες· ο ένας εξ αυτών πολύ ψηλός, με μαύρα μαλλιά και μουστάκι, το οποίο το αγγίζει κάθε λίγο φέρνοντας τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού πάνω από το χείλος. Ο δεύτερος κάθεται με γυρτό το σώμα του προς το τραπέζι και ρουφάει τον καπνό από το τσιγάρο σιωπηλός. Ο τρίτος κρατάει στο δεξί του χέρι ένα πιρούνι που έχει στην άκρη του ένα κομμάτι κρέας κι έχει ακουμπήσει το άλλο χέρι πάνω στο τραπέζι σφιγμένο σε γροθιά, κοιτάζοντας κάθε τόσο νευρικά τους ναυτικούς. Αυτοί οι άνδρες είναι καλοντυμένοι, με γκρι παντελόνια πιασμένα με τιράντες, λευκά πουκάμισα κι ο ένας τους, ο ψηλός, φοράει και γιλέκο κουμπωμένο με γυαλιστερά κουμπιά. Έχουν αφήσει τα μαύρα τσόχινα καπέλα τους στην άκρη τής καρέκλας.

Μυρίζω την έντονη μυρωδιά των τσιγάρων και του καπνού μαζί με οσμές από ψάρια, που έρχονται από την κουζίνα στο βάθος. Ο Βασίλης έστρεψε το κεφάλι του προς την είσοδο του μαγαζιού, κατέβασε δέκα εκατοστά το βλέμμα και το σήκωσε και πάλι, με τους οφθαλμούς του να εστιάζουν πάνω μου. Αντιλήφθηκα τον σιωπηλό χαιρετισμό κι έπραξα το ίδιο με τις κόρες των ματιών μου προς το πάλκο, ενώ αυτός συνέχισε να τραγουδάει τους στίχους του με τη συνοδεία των μουσικών οργάνων:

«Κουράστηκα για να σε αποκτήσω

 αρχόντισσά μου, μάγισσα τρελή»

Στρέφω το κεφάλι μου αριστερά να αντικρίσω τον φίλο μου Ανδρέα όπως κάθεται εκεί που μου είχε πει πριν μέρες, στη θέση στο ταμείο τού μαγαζιού. Αυτός, αφού έριξε μια ματιά σε όλο το μαγαζί, γυρνώντας το κεφάλι του περιμετρικά τού χώρου, μου έκανε νεύμα να καθίσω δίπλα του, στην αριστερή γωνία όπου υπήρχαν δύο παλιές καρέκλες από ξεφτισμένο ξύλο και εμφανή σημάδια από χτυπήματα κι ένα στρογγυλό μικρότερο τραπέζι που το χρησιμοποιούσε ο ίδιος. Προχωρώ ανάμεσα στους θαμώνες με μικρά βήματα και το κεφάλι σκυμμένο ελαφρώς προς το πάτωμα. Κάθομαι στην  καρέκλα που έσπρωξε προς το μέρος μου, η οποία έκανε θόρυβο όπως σύρθηκαν τα ξύλινα πόδια της στο μωσαϊκό. Βγάζω το πανωφόρι μου και το εναποθέτω χωρίς να το διπλώσω στην πλάτη τής δεύτερης καρέκλας.

Για δύο λεπτά παρατηρώ αμήχανα τον χώρο και εστιάζω το βλέμμα μου στο πάλκο. Ο Ανδρέας ήρθε κοντά μου, έγειρε το σώμα του και με χτύπησε ελαφριά με το δεξί χέρι του στον σβέρκο, αφήνοντας την παλάμη του στο φθαρμένο παλτό μου.

«Καλώς τον Γιώργο· μάς έκανες την τιμή λοιπόν! Είμαι ο αδερφός τής γυναίκας του, είχαμε βρεθεί έξω από το στρατόπεδο μία φορά με τον Βασίλη»

«Ναι, υπηρετήσαμε μαζί στο Τάγμα Τηλεγραφητών στο Ντεπό μέχρι τον Απρίλιο του 1940 που απολυθήκαμε. Το υποσχέθηκα ότι θα έρθω, έστω μία φορά», απάντησα.

Έγειρα το σώμα μου κατά τριάντα μοίρες προς την άδεια καρέκλα και άπλωσα το χέρι μου στην αριστερή τσέπη τού παλτού, η οποία είχε μία μικρή τρύπα τεσσάρων εκατοστών. Το ύφασμα ήταν φθαρμένο από την υγρασία τού χειμώνα και δε με προστάτευε καλά. Τράβηξα τη διπλωμένη παλιά εφημερίδα και την τοποθέτησα στο τραπέζι, δίπλα από το άδειο τασάκι, ξεδιπλώνοντας την. Ήταν ένα αντίτυπο της «Απογευματινής», με ημερομηνία 28 Σεπτεμβρίου 1942. Πάνω δεξιά στο χαρτί ήταν γραμμένη  με έντονα γράμματα η επικεφαλίδα: «Τα Γερμανικά στρατεύματα κατέλαβον νέας θέσεις εις τον πυρήνα της πόλεως του Στάλινγκραντ». Πιο δίπλα, αριστερά, σε μία μικρή στήλη, υπήρχε μία άλλη είδηση: «1.000.000.000 δραχμαί υπέρ των συσσιτίων Θεσσαλονίκης». Ο Ανδρέας με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα, συνοφρύωσε τα φρύδια του και μετά δίπλωσε την εφημερίδα, την έβαλε κάτω από τη μασχάλη του με το αριστερό χέρι και κόλλησε το αντικριστό στο σώμα του για να μη του φύγει.

«Έξυπνη κίνηση, να μη δώσεις υποψίες. Εδώ μέσα κυκλοφορούν διάφοροι τύποι, θέλει προσοχή. Ακούγεται ότι ο Τσολάκογλου θα παραιτηθεί από μέρα σε μέρα», μουρμούρισε με τα χείλη του σχεδόν κλειστά.

Σήκωσε δεκαπέντε εκατοστά το αριστερό του του χέρι και κρατώντας σε οριζόντια θέση το δάχτυλο του δείκτη, μου έδειξε τον κιθαρίστα και τον Βασίλη Τσιτσάνη που κάθονταν στο πάλκο μαζί και είχαν ενθουσιάσει τους θαμώνες με τη μουσική τους.

«Απόψε ο Βασίλης θα πει και κάτι που έγραψε πρόσφατα, μου το εκμυστηρεύτηκε ο Γιάννης», μου είπε χαμηλόφωνα και γύρισε το σώμα του κατά μισή στροφή, γυρνώντας μου την πλάτη για να επιστρέψει στη θέση του.

Για πέντε λεπτά κοιτούσα διακριτικά με αδιάφορο βλέμμα τους θαμώνες τού μαγαζιού, ακούγοντας τις νότες από το μπουζούκι τού Βασίλη. Οι φωνές των πελατών ακούγονται καθαρά μέχρι τ’ αυτιά μου. Απέναντι από το δικό μου τραπέζι, ο πιο εύθυμος της παρέας των ναυτικών, γελάει κάθε τόσο και χτυπάει την κοιλιά του με τα δυό του χέρια, φωνάζοντας πως δε χόρτασε ακόμη πιοτό. Είναι εύσωμος, με κατακόκκινα μάγουλα και καστανόξανθα μαλλιά και γένια. Η νεαρή μαγείρισσα, με τα σγουρά μαύρα μαλλιά της να πέφτουν στους ώμους, πλησιάζει για να πάρει τα πιάτα, και αφού τοποθετεί με προσοχή τα τρία στο ένα χέρι, παίρνει τα άλλα δύο με το άλλο.

Ο Ανδρέας πλησίασε και πάλι κοντά μου κρατώντας στα χέρια του δύο μικρά στρογγυλά πιάτα κι ένα γυάλινο ποτήρι με κόκκινο κρασί. Το ένα πιάτο είχε στην επιφάνειά του λίγο τυρί, μια φέτα ψωμί και το δεύτερο δύο ψητές σαρδέλες. Τα άφησε πάνω στο τραπέζι κάνοντάς μου νόημα να τα δοκιμάσω. Ήδη οι δυνάμεις μου αρχίζουν να με εγκαταλείπουν κι αισθάνομαι ζάλη. Έχω να φάω δυό μέρες. Τα μάγουλά μου έχουν ρουφηχτεί προς τα μέσα από την ασιτία και το χρώμα τού προσώπου μου έχει πάρει κίτρινη όψη. Εκτός από το ψωμί ζυμωμένο με καλαμποκάλευρο, τον τελευταίο καιρό μόνο χόρτα βρίσκαμε να φάμε και πατάτες, αν ήμασταν τυχεροί. Πήρα μια βαθιά ανάσα με ανακούφιση, γεμίζοντας το στήθος μου αέρα και τον καπνό τού χώρου, κι αφού εξέπνευσα, άρχισα να τρώω. Πρώτα έκοψα το τυρί με τα δάχτυλά μου σε τρία κομματάκια. Μετά, ακούμπησα το ψωμί πάνω στην ψητή σαρδέλα, να πάρει γεύση από το λιγοστό ζουμί της. Όταν το έβαλα στο στόμα μου, άρχισα να το μασάω αργά. Έφερα τα δάχτυλά μου στα χείλη και τα έγλυψα με απόλαυση. Σήκωσα μέχρι το ύψος των χειλιών το ποτήρι και το πλησίασα στο στόμα. Ρούφηξα μια γουλιά κρασί και συνέχισα το φαγητό.

Από την ώρα που μπήκα στο ουζερί, δεν είχε εμφανιστεί άλλος άνθρωπος. Οι νότες από το πάλκο έφταναν σαν μελωδία στ’ αυτιά μου. Οι χορδές από το μπουζούκι τού Βασίλη πάλλονταν και ο ήχος τους γέμιζε τον χώρο. Γύρισα προς τα δεξιά το κεφάλι μου, προς το τζάμι, κι είδα μία φιγούρα να περνάει αργά μπροστά από το μαγαζί. Ένα παιδί το πολύ δώδεκα χρονών περπατούσε αργά και κρατούσε στο χέρι του ένα μήλο. Το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο κι ελάχιστες τρίχες είχαν μείνει. Φορούσε μια γκρι  καμπαρντίνα, ένα παντελόνι που έπλεε πάνω του και τα πόδια του ήταν ξυπόλητα και γδαρμένα. Ανατρίχιασα αντικρίζοντας την εικόνα αυτή. Το άγνωστο παιδί σταμάτησε και κοίταξε μέσα στο μαγαζί. Οι οφθαλμοί του στράφηκαν στο πρόσωπό μου. Γύρισα το κεφάλι μου προς τα μέσα, στρέφοντάς το στο βάθος τού μαγαζιού.

Σηκώθηκα απότομα, τεντώνοντας το κορμί μου σε ευθεία γραμμή, κι άρπαξα με το αριστερό μου χέρι ένα κομμάτι ψωμί και τυρί. Με δύο δρασκελιές βρέθηκα στην είσοδο κι άνοιξα βιαστικά κάνοντας την ξύλινη πόρτα να τρίξει και το παιδί να τρομάξει. Πρώτα μετακίνησε το δεξί του πόδι ένα βήμα πίσω και μετά και το αριστερό και στάθηκε πάνω στη σιδερένια πλάκα με τα παράλληλα κενά που κάτω της βρισκόταν το φρεάτιο του υπόνομου. Βγήκα από το μαγαζί και στάθηκα στην άκρη τού πεζοδρομίου. Τέντωσα το χέρι μου μπροστά του και άνοιξα την παλάμη μου να πάρει το ψωμί με το τυρί. Το ξυπόλητο παιδί, μέσα σε μια στιγμή, πήρε το φαγητό, έσκυψε το κεφάλι, χωρίς να μιλήσει καθόλου, κι άρχισε να τρέχει προς το μέγαρο του «Μοσκώφ», χωρίς να κοιτάξει πίσω. Επέστρεψα στη θέση μου. Ο Ανδρέας παρατηρούσε με την άκρη τού ματιού του τις παρέες. Ο ένας από τους ναυτικούς σήκωσε το χέρι του όρθιο, φωνάζοντας για τον λογαριασμό τους. Αμέσως ο υπεύθυνος του μαγαζιού πήρε στο χέρι ένα τεφτέρι με σημειώσεις και με πέντε βήματα βρέθηκε στο τραπέζι τους. Αφού κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα στο χαρτί, μίλησε με τον άντρα με τα κόκκινα μάγουλα. Αυτός έβγαλε από την οπίσθια τσέπη τού παντελονιού ένα σκούρο, δερμάτινο, πορτοφόλι, το άνοιξε και τράβηξε από τη θήκη μερικά τσαλακωμένα χαρτονομίσματα. Τα έτεινε στον Ανδρέα και τον ευχαρίστησε.

Εκείνη τη στιγμή, άλλοι τέσσερις άνδρες εισήλθαν στο ουζερί. Οι δύο ήταν καλοντυμένοι, με κοστούμια και γραβάτες και χοντρά, ζεστά, πανωφόρια· φορούσαν καπέλα και μάλλινα γάντια στα χέρια τους. Οι άλλοι δύο φορούσαν τη στολή τής χωροφυλακής και τις μαύρες μακριές μπότες. Τα πηλήκιά τους τα κρατούσαν κάτω από τις μασχάλες. Ο Ανδρέας χαιρέτησε με θερμό εναγκαλισμό τον πρώτο που μπήκε και με χειραψία τους υπόλοιπους. Κάθισαν στο τραπέζι κοντά στο πάλκο και σήκωσαν τα χέρια χτυπώντας παλαμάκια. Η γυναίκα που βρισκόταν στη κουζίνα έτρεξε να πλησιάσει στο τραπέζι τους. Ακούστηκαν δυνατές φωνές στα γερμανικά έξω από το μαγαζί. Κανείς δεν κινήθηκε από τη θέση του. Μετά από ένα λεπτό, είδα μια εξάδα Γερμανούς στρατιώτες να περνάνε με βιαστικό βήμα μπροστά από το ουζερί. Όλοι κυκλοφορούσαν με τα αυτόματα στα χέρια και τις καινούριες χακί στολές τους, με τις μαύρες ζώνες και τα στρογγυλά κράνη με τα σήματα στο πλάι. Δεν κοίταξαν καθόλου προς το μαγαζί, παρά μόνο μιλούσαν μεταξύ τους, κι ο αξιωματικός τους, με τη μαύρη καμπαρντίνα και τον αγκυλωτό σταυρό στο πέτο, έδειξε με τεταμένο το χέρι να συνεχίσουν να περπατούν.

Ο Ανδρέας ήρθε και δεύτερη φορά στο μικρό τραπέζι μας. Αυτή τη φορά κρατούσε ένα ποτήρι μπίρα με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού. Στην αριστερή μασχάλη είχε ένα μικρό μακρόστενο αντικείμενο, που ήταν τυλιγμένο με μια τσαλακωμένη εφημερίδα. Κάθισε στην εξαθλιωμένη από την πολυχρησία καρέκλα και αφού άφησε το ποτήρι στο τραπέζι, μου απόθεσε πάνω στη δική μου εφημερίδα το αντικείμενο αυτό. Με τα δάκτυλα του αριστερού χεριού άγγιξα το τσαλακωμένο χαρτί και το τράβηξα μέχρι να δω τί υπήρχε από κάτω. Ήταν μία μελιτζάνα, μεγάλη με χοντρό κοτσάνι. Με κοίταξε με θάρρος.

«Να το πας στη γυναίκα σου αυτό το πεσκέσι, το μαγειρεύουν σαν κρέας», μου είπε.

«Ευχαριστώ, θα το τιμήσουμε στο σπίτι μας, να είσαι βέβαιος», απάντησα και σήκωσα το ποτήρι να πιώ μια γουλιά κρασί.

«Κάθε μέρα η αντίσταση γιγαντώνεται, Γιώργο. Κι ας πεθαίνουμε από την πείνα. Θα αντέξουμε, ο Έλληνας αντέχει»

«Έτσι θαρρώ κι εγώ κι ας έχασα φέτος τον αδερφό μου που έμενε στους Νέους Επιβάτες. Δεν άντεξε»

Δε μου απάντησε. Σήκωσε το χέρι του προς τον Βασίλη και του έκανε νεύμα. Εκείνη τη στιγμή είχαν σταματήσει να παίζουν οι μουσικοί. Όταν ξεκίνησαν πάλι, οι οφθαλμοί μου υγράνθηκαν αμέσως με τους πρώτους στίχους που άκουσα:

«Πάμε τσάρκα πέρα στο Μπαξέ Τσιφλίκι…»

Σήκωσα το ποτήρι μου και το έφερα στα χείλη για τελευταία φορά απόψε. Η γεύση τού κρασιού μού έδωσε θάρρος και τόλμη. Η απαγόρευση κυκλοφορίας δε μ’ ένοιαζε πια. Εκεί μέσα στο ουζερί, ένοιωθα ελεύθερος.

Μιλτιάδης Γκάγκος

*Διήγημα κλασικού ρεαλισμού. Τμήμα δοκίμων μελών.

Πηγή φωτογραφίας: https://apotis4stis5.com/vintage/36123-1942

Σχολιάστε