Οι «Πέρσες» είναι η παλαιότερη σωζόμενη τραγωδία τού Αισχύλου -και κατ’ επέκταση το πρώτο πλήρες δράμα στην ιστορία τού θεάτρου-, οι οποίοι παρουσιάστηκαν το 472 π.Χ. και έλαβαν το πρώτο βραβείο.1 Το εν λόγω έργο έχει μια ιδιαιτερότητα όσον αφορά στο περιεχόμενό του, μιας και αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός, πράγμα όχι και τόσο συνηθισμένο για το αρχαίο δράμα.2 Ωστόσο, αυτό που εντυπωσιάζει στους «Πέρσες» είναι η θρησκευτική διάσταση της ιδεολογίας, η οποία παρατηρείται ότι εκφράζεται γενικώς σε όλο το σωζόμενο θεατρικό corpus τού Αισχύλου. Ακολούθως, λοιπόν, εντοπίζεται αυτή η θρησκευτική ιδεολογία που παρατηρείται στους «Πέρσες» και μελετάται ο ρόλος που διαδραματίζει ο θεός και γενικά το θείο στοιχείο στη συγκεκριμένη τραγωδία. Εν συνεχεία, ταξινομούνται και ομαδοποιούνται όλες οι εκφάνσεις τού θείου που θίγονται στους «Πέρσες», αρχής γενομένης από ένα γενικότερο πλαίσιο, καθώς επικεντρώνεται η στόχευση στη «θεολογία» τού Αισχύλου. Η κατάληξη είναι ένα πιο ειδικό πλαίσιο, όπου αναφέρονται, βάσει κειμενογραφικής τεκμηρίωσης, οι μορφές και ο ρόλος τού θείου, αλλά και ο ανθρώπινος παράγοντας, ο οποίος προκαλεί τη θεϊκή παρέμβαση.
Η θρησκευτικότητα του Αισχύλου και η θέση των θεών στο έργο του
Ο Αισχύλος ανδρώθηκε συγγραφικά σε μια περίοδο κατά την οποία οι Αθηναίοι είχαν εξοικειωθεί με την ανθρωπόμορφη -αλλά και με ανθρώπινες ιδιότητες- οικογένεια των Ολύμπιων θεών, οι οποίοι υπήρχαν από τα ομηρικά έπη τού 8ου π.Χ. αιώνα και, πολύ πιθανόν, από πολύ νωρίτερα.3 Όλα τα μέλη τού Δωδεκάθεου εμφανίζονται παντού στα έργα τού Αισχύλου και λαμβάνουν ενεργό μέρος, επηρεάζοντας τη δράση και, πολλές φορές, κατευθύνοντάς την με την ισχύ και τη δύναμή τους. Βέβαια, περίοπτη θέση στα αισχυλικά δράματα κατέχει ο Δίας, ο οποίος κατονομάζεται περισσότερο από τους άλλους θεούς. Εξέχοντα ρόλο στα αισχυλικά έργα διαδραματίζουν και τα στοιχεία τής φύσης, όπως είναι η Γη, ο Ουρανός, ο Ωκεανός και ο Ήλιος, στα οποία ο ποιητής έχει προσδώσει δυνάμεις και φωτεινές και σκοτεινές, τις οποίες δεν πρέπει να αγνοήσει κανένας θνητός, διότι θα προκαλέσει τη μήνιν τους. Ωστόσο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Lesky, ο Αισχύλος έχει αμφισβητηθεί ως «θρησκευτικός στοχαστής» πολλάκις,4 καθότι η μεγαλόπρεπη εξουσία των θεών στο δραματικό του corpus παρουσιάζει αντιφάσεις και αποδίδει για παράδειγμα στον Δία «χαρακτηριστικά που είναι ανόμοια, ακόμα και ασυμβίβαστα, με τα χαρακτηριστικά των θεών τού Ολύμπου»5, όπως αυτά είχαν καταγραφεί στη συνείδηση των ανθρώπων μέσω των ομηρικών επών. Εντούτοις, αυτό που επιδιώκει ο Αισχύλος στα δράματά του είναι «να προσδιοριστεί μια δύναμη που δημιουργεί το κάθε γεγονός»6.
Η θεολογική άποψη του Αισχύλου, ότι ο άνθρωπος αδυνατεί να ελέγξει τα πάθη του και να κατευνάσει τις ορμές του, γεγονός που οδηγεί στο τετράπτυχο Ύβρις, Άτη, Νέμεσις, Τίσις, έχει ως αποτέλεσμα το έργο του να κατακλύζεται από τη βία, τον φόβο και τις θεϊκές δυνάμεις που θα φέρουν την τάξη στον κόσμο και θα λυτρώσουν τους ανθρώπους. Όπως πολύ χαρακτηριστικά σημειώνει ο Γεωργουσόπουλος, στα έργα τού Αισχύλου «ο κόσμος είναι κτίσμα τού Θεού που εγγυάται»7· αυτός ο θεός, όταν αντιληφθεί κάποια αμφισβήτηση ή διασάλευση του κύρους του, ή προσβολή του λόγου του από τους θνητούς, τότε επαναφέρει την τάξη μέσω τής μήνιός του. Από αυτό συνάγουμε το συμπέρασμα ότι τελικά, ο άνθρωπος είναι αυτός που -ασυνείδητα- θέτει σε λειτουργία τη θεϊκή παρέμβαση και παρακινεί τη θεία δίκη να εκδηλώνεται πανηγυρικά στο αισχυλικό έργο.
Μία άλλη μορφή, με την οποία εκδηλώνεται το θεϊκό στοιχείο στο αισχυλικό έργο, είναι οι νεκροί, οι οποίοι έχουν θεοποιηθεί και το πνεύμα τους έχει παραμείνει στο ταφικό μνημείο τους και επιβλέπει και επισκιάζει τα πάντα και τους πάντες. Άλλωστε είναι γνωστό ότι σύμφωνα με την αρχαία ελληνική σκέψη ο καθένας ήταν υπεύθυνος και για την ενοχή των προγόνων του και συνεπακόλουθα δεν μπορούσε να αποκοπεί από το γένος του.8 Οπότε είναι δύσκολο -ή και άστοχο- να μιλάμε για «ελεύθερη βούληση» των ανθρώπων στα δράματα του Αισχύλου, αφού για το πάρσιμο της καίριας απόφασης καθοριστικό ρόλο παίζει η πιεστική ανάγκη της μοίρας, η οποία περιορίζει την ελεύθερη απόφαση και στενεύει τα όρια της αυτόβουλης επιλογής· γι’ αυτό και οι ήρωές του οδηγούνται σε τόσο τραγικές καταστάσεις, αφού βρίσκονται υπό τη σφαίρα επιρροής των θεών και υπό την εξουσία τους.
Οι θεοί στους «Πέρσες»
Η υπόθεση των «Περσών» μπορεί να βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός, ωστόσο, δεν είναι ένα χρονογράφημα, αλλά ένα δραματικό πλάσιμο της ιστορίας, δεδομένου ότι το ιστορικό γεγονός είναι απλώς η αφετηρία, για να προβάλει ο ποιητής τις ηθικοθρησκευτικές, πολιτικές και φιλοσοφικές ιδέες του. Οι «Πέρσες» είναι ένα αντιπολεμικό θρησκευτικό δράμα εμπνεόμενο από τον περσικό πόλεμο· είναι ένα έργο όπου η θεία δίκη έρχεται να αποκαταστήσει την ομαλή ροή των πραγμάτων και να τιμωρήσει την ανθρώπινη ύβριν, η οποία προκλήθηκε από την υπέρβαση του μέτρου, την υπεροψία και την έπαρση του Ξέρξη και κατ’ επέκταση των Περσών (στ. 352). Ο Ξέρξης είναι αμετροεπής και συσσώρευσε υπερβολικά πλούτη (στ. 163)· είναι υβριστής, αφού βάλθηκε να δαμάσει τα φυσικά στοιχεία, ακόμα και να ζέψει με ζυγό τη θάλασσα (στ. 65-72, 130-132)· είναι ιερόσυλος, αφού κατέστρεψε, έκαψε και σύλησε τα ιερά των θεών (στ. 809-812). Όλες αυτές οι ύβρεις που διαπράττει ο Ξέρξης επιφέρουν το θόλωμα του νου (Άτη), που τον οδηγεί σε νέες υβριστικές πράξεις που εξοργίζουν τους θεούς, οι οποίοι στον Αισχύλο κινούνται δίχως παραπλανητικά τεχνάσματα, αλλά άμεσα και αποφασιστικά, και μέσω της Νεμέσεως πληρώνει ο Ξέρξης το βαρύ τίμημα της καταστροφής του περσικού στρατεύματος (Τίσις).
Οι ανθρώπινες πράξεις, λοιπόν, είναι η αιτία που επιφέρουν την αντίδραση των θεών, τους οποίους ο Αισχύλος άλλοτε τους αναφέρει γενικά ως θεούς, άλλοτε ως δαίμονες. Επειδή, όμως, οι θεοί είναι εκείνοι που καθορίζουν το πεπρωμένο, τους βρίσκουμε μέσα στους «Πέρσες» ως μοίρα ή τύχη, ακόμα και με τη μορφή ονείρων και οιωνών. Κάποιες φορές ο Αισχύλος κατονομάζει και συγκεκριμένους θεούς όπως είναι ο Άρης (στ. 86, 951) -αφού πρόκειται και για έργο με άμεση σχέση με τον θεό τού πολέμου-, η θεά Αθηνά (στ. 347) -προφανώς επειδή σχετίζεται με την πόλη του, την Αθήνα, ως πολιούχος θεά-, και ο Δίας, ο οποίος άλλωστε κατέχει τη μερίδα τού λέοντος στο αισχυλικό έργο (στ. 532, 740, 762, 827, 915). Εκτός, όμως, από τις προαναφερθείσες θεότητες, γίνεται αναφορά στον Φοίβο (στ. 206), στον Πάνα (στ. 449), στον Ερμή (στ. 629) -μαζί με τη Γη ως θεότητα-, αλλά και στον Πλούτωνα με το προσωνύμιο Αϊδωνέας (στ. 649-650), όταν γίνονται επικλήσεις και δεήσεις στους θεούς του Κάτω Κόσμου, και τέλος στον Ποσειδώνα (στ. 750).
Επίσης στους «Πέρσες», συχνά κατονομάζονται γήινες δυνάμεις και διάφορα στοιχεία τής φύσης ως κάτοχοι θεϊκών ιδιοτήτων, ακόμα και κατώτερα φυσικά αντικείμενα. Αλλά και οι νεκροί δρουν ως θεότητες, όπως στην προκειμένη περίπτωση το πνεύμα του «θεϊκού» Δαρείου (στ. 620-621), του «δαίμονα μεγαυχῆ» (στ. 641), του «θεόπνευστου» βασιλιά (στ. 654-656), που απέκτησε θεϊκές δυνάμεις στον Κάτω Κόσμο και πλέον γνωρίζει, αλλά και προλέγει, τα μελλούμενα δεινά (στ. 631-632).
Ο ρόλος των θεών
Οι θεοί στα αισχυλικά δράματα, αλλά ειδικότερα στους «Πέρσες», έχουν πολλές εκφάνσεις και δρουν με ποικίλους ρόλους. Τους βλέπουμε να είναι δολεροί (στ. 93-96) και πλάνητες (στ. 282-283, 472-473), οι οποίοι ταράζουν τις φρένες των θνητών. Όταν οι θνητοί «σπεύδουν προς τον χαμό τους», οι θεοί, ως αρωγοί, τους παγιδεύουν οδηγώντας τους στην καταστροφή (στ. 742). Επιπροσθέτως, φθονούν την άπλετη ευτυχία και ευημερία των ανθρώπων (στ. 362), διότι τον όλβον έχουν δικαίωμα μόνο οι θεοί να τον κατέχουν, και γίνονται εχθρικοί και εκδικητικοί προς τους ανθρώπους (στ. 604) και τους «αρπάζουν» τις ζωές (στ. 920-921). Αφού πρώτα κρίνουν, στη συνέχεια τιμωρούν τους υβριστές, στέλνοντάς τους βάσανα (στ. 293-294, 904-907), συμφορές (στ. 353-354, 813-815) και δεινά (στ. 1004-1005)· εξολοθρεύοντάς τους και αφανίζοντάς τους (στ. 345-346, 515-516, 532-534, 581)· ρημάζοντας τις πόλεις τους (στ. 513-514) και ατιμάζοντας ακόμα και έναν βασιλιά, αφαιρώντας του τα λαμπρά ενδύματά του και καταντώντας τον έναν ρακένδυτο επαίτη (στ. 847-848).
Οι θεοί, όμως, δεν είναι πάντα κακοί. Για παράδειγμα τον φρόνιμο άνθρωπο, όπως ήταν ο Κύρος, δεν τον μισούν καθόλου (στ. 772). Προτού να γίνουν φθονεροί προειδοποιούν τους θνητούς μέσω ονείρων (στ. 176 κ.ε., 518), οιωνών (στ. 205-211) και προφητειών (στ. 739-741)· προλέγουν μέσω χρησμών (στ. 800-802)· προστατεύουν τις πόλεις που είναι άξιες να σωθούν (στ. 347) και πριμοδοτούν με ευνοϊκή τύχη τούς καλούς (στ. 157-158). Επίσης, επιβραβεύουν με πλήθος αγαθών και με μια ευδαίμονα ζωή τον δίκαιο, άκακο και κινούμενο εντός τού μέτρου βασιλιά Δαρείο (στ. 164, 710-712), δίνουν τη χαρά τής νίκης στους Έλληνες (στ. 454-455) και είναι εκείνοι που ορίζουν και προσφέρουν τα βασιλικά προνόμια (στ. 762-764). Ένα ακόμα σημαντικό χ-ρακτηριστικό των θεών είναι ότι για τους ενάρετους είναι αγνοί (στ. 628) και λειτουργούν ως «αλεξίκακοι», που διώχνουν και ξορκίζουν το κακό (στ. 203-203, 216-219).
Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι στους αισχύλειους «Πέρσες» εντοπίζεται και μία άλλη σύνδεση μεταξύ τού ρόλου τού θείου και των προσώπων τού δράματος. Από μία άλλη οπτική, για παράδειγμα, οι γέροντες του Χορού, οι οποίοι διαθέτουν σοφία και εμπειρία, φοβούνται και ανησυχούν, γιατί γνωρίζουν, αλλά και υποψιάζονται, τον ρόλο των θεών, οι οποίοι είθισται να στήνουν παγίδες στους θνητούς. Επιπροσθέτως, η βασίλισσα Άτοσσα μεταφέρει επί σκηνής σημάδια που στέλνουν οι θεοί στους θνητούς, ενώ ο απλός Αγγελιαφόρος, ένα κοινό και συνηθισμένο ανθρώπινο πλάσμα, μεταφέρει ένα γεγονός, το οποίο μολαταύτα αδυνατεί να το ερμηνεύσει. Ο νεκρός ωστόσο Δαρείος, ο οποίος διαθέτει τόσο τη σοφία και την εμπειρία του Πάνω Κόσμου -αφού ήταν στο βασίλειο των ζωντανών-, όσο και τη σοφία του Κάτω Κόσμου, στον οποίον κατοικεί τώρα πια, είναι αυτός που θα ερμηνεύσει πλήρως τα γεγονότα και θα δείξει τα όρια της δράσης των θεών, αλλά και τα όρια της ευθύνης των ανθρώπων.
Ανθρώπινες πράξεις που επιφέρουν θεϊκή παρέμβαση
Μπορεί, από τη μια, οι θεοί να ορίζουν το πεπρωμένο (στ. 103-107) και το μέλλον (στ. 373), από την άλλη, όμως, οι θνητοί δεν είναι άβουλα όντα, διότι αυτοί είναι που παίρνουν την τελική απόφαση και -σχεδόν πάντα- αποδεικνύονται ελαφρόμυαλοι και απερίσκεπτοι. Παρασυρμένοι από την αλαζονεία και την αφροσύνη, ενεργούν με ανοσιότητα και με αποκοτιά, και θα οδηγηθούν στον αφανισμό τους, όπως και ο Ξέρξης. Αυτός, ενώ του είχε οριστεί από τη μοίρα να είναι βασιλιάς τής Ασίας, εκστράτευσε εναντίον τής Ευρώπης, γεμάτος οίηση. Επιπλέον, θέλησε να δαμάσει και να αλυσοδέσει το υγρό στοιχείο, «το ρεύμα τού θείου Βοσπόρου», και τοιουτοτρόπως να νικήσει τον Ποσειδώνα (στ. 745 κ.ε.). Όμως οι προσβολές του δε σταματούν εκεί· αφού καταπάτησε τη γη των Ελλήνων, έφτασε μέχρι του σημείου να συλήσει, να κάψει και να γκρεμίσει τους ναούς των θεών (στ. 809-812). Για όλη αυτήν την υβριστική στάση του, την αλαζονεία του (στ. 807-808), την «άμετρη έπαρσή» του (στ. 827-828) και την αναίδειά του προς το πρόσωπο των θεών (στ. 831), προκάλεσε τη μήνιν του Δία, με αποτέλεσμα να μεταστραφεί η ευνοϊκή μοίρα τού περσικού λαού (στ. 941-942) και να αποδειχθεί υπαίτιος του αφανισμού τού στρατού του (στ. 532-553).
Όταν ανθίσει η ύβρις των θνητών μεστώνει το στάχυ τής Άτης (στ. 821-822), αυτής της «δολερής παγίδας των θεών», που όταν ένας θνητός πιαστεί στα δίχτυα της, «δεν ξεφεύγει ποτέ του» (στ. 93-101) και όταν πέσουν στα κεφάλια των θνητών τα θεόσταλτα δεινά, η Άτη χαμογελάει ικανοποιημένη (στ. 1006). Ο Ξέρξης και οι Πέρσες, αφού ξεπέρασαν τα σύνορα που τους είχαν ορισθεί και κλόνισαν την τάξη τού κόσμου, ο θεός θόλωσε τον νου τους (στ. 724-725), και γι’ αυτό έπρεπε να πέσουν θύματα της δικής τους τύφλωσης. Ενώ ήταν θεϊκή βούληση να πολεμούν στη στεριά, εκείνοι βάλθηκαν να ναυπηγούν πλοία και να αρμενίζουν στις θάλασσες (στ. 103-113). Έτσι, από αυτές τις ύβρεις που διαπράττει ο Ξέρξης, το μόνο κέρδος του είναι η τιμωρία του· η συντριβή του και η ταπείνωσή του. Θα ισχύσει το μεταγενέστερο αισχυλικό ρητό «τῷ πάθει μάθος» που θα εμφανιστεί στον Αγαμέμνονα (στ. 177), διότι ο άνθρωπος δεν είναι άμοιρος των πράξεών του· κατά συνέπεια, η Άτη είναι «δικό του εκτόπλασμα», όπως επισημαίνει ο Σολομός.9
Βέβαια στους «Πέρσες», υπάρχουν και πράξεις που προσβλέπουν στον εξευμενισμό των θεών και κυρίως των νεκρών και της Γης, έτσι ώστε να συνδράμουν στους ανθρώπους, όπως συμβουλεύει ο Χορός των γερόντων την Άτοσσα (στ. 219-223), η οποία προτίθεται να κάνει αυτές τις προσφορές στους θεούς και τους νεκρούς (στ. 228-230), προκειμένου να κάνουν το όραμα που είδε να έχει αίσια έκβαση. Στη συνέχεια, και αφού έχει μάθει τα δυσάρεστα μαντάτα, η Άτοσσα σχεδιάζει να δεηθεί στους θεούς και να προσφέρει χοές στους νεκρούς, όχι για να αλλαχθούν τα τετελεσμένα, αλλά για να ευχηθεί να είναι καλά τα μέλλοντα (στ. 522-524). Το ίδιο πράττουν και οι γέροντες που δέονται στους «νεκροπομπούς θεούς», για να είναι ευμενείς μαζί τους (στ. 626-627).
Γήινες δυνάμεις και κατώτερα φυσικά αντικείμενα
Όπως προαναφέρθηκε, εκτός από τους Ολύμπιους θεούς και τις θεϊκές δυνάμεις τού Κάτω Κόσμου, έντονη παρουσία με θεϊκή δύναμη στους Πέρσες έχουν και τα στοιχεία τής φύσης όπως είναι ο Ουρανός, η Γη, ο Ήλιος και ο Ωκεανός. Κάθε υπεροπτική και επηρμένη στάση των ανθρώπων προς αυτά, επιφέρει και την ανάλογη τιμωρία από μέρους τους. Τον Ωκεανό, που εμπεριέχει όλο το υγρό στοιχείο (θάλασσες, λίμνες, ποτάμια), ο Αισχύλος τον ονομάζει άλλοτε «υγρό δάσος» (στ. 111) και «ευεργετικό νερό» (στ. 487), και άλλοτε αποκαλεί τα κύματα «άφωνα παιδιά του άσπιλου πελάγου» που χτυπούν αλύπητα τους υβριστές (στ. 576-578), και τη θάλασσα «σκοτεινό κάμπο» που θέρισε τα περσικά πλοία (στ. 952-953).
Τα δεινά, όμως, δεν έρχονται μόνο από το υγρό στοιχείο, αλλά συμβάλλει και η Γη από την πλευρά της (στ. 707-708). Τιμωρός των Περσών ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Άτοσσας, το ίδιο το κλεινόν άστυ τής Αθήνας (στ. 472-473)· το ίδιο επιβεβαιώνει με τα λόγια του και ο Δαρείος, λέγοντας ότι η ελληνική γη στάθηκε σύμμαχος στο πλευρό των Ελλήνων, θερίζοντας με την πείνα το περσικό στράτευμα (στ. 792-794). Ομοίως τιμώρησε και ο Ουρανός τούς Πέρσες σηκώνοντας πρόωρη βαρυχειμωνιά και παγώνοντας τα ύδατα του ποταμού Στρυμόνα, αλλά και ο Ήλιος, ο οποίος με τις θεϊκές ακτίνες του έλιωσε τους πάγους, καταποντίζοντας μεγάλο μέρος τού περσικού στρατού μέσα στο νερό (στ. 493 κ.ε.).
Δεν πρέπει, όμως, να παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο Αισχύλος στους «Πέρσες» έχει προσδώσει θεϊκά χαρακτηριστικά -ή «τουλάχιστον μια πλούσια αυτόνομη ζωή»10-, ακόμα και σε κατώτερα φυσικά στοιχεία, όπως είναι «το γλυκόπιοτο γάλα άζευτης αγελάδας», «το πάμφωτο μέλι», «το νερό παρθενικής πηγής», «το ανόθευτο θείο κρασί άγριας κληματίδας», «οι καρποί ξανθής ελιάς», που σκοπεύει να προσφέρει ως εξιλαστήριες χοές η Άτοσσα στον νεκρό σύζυγό της (στ. 611-618).
Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι στον αισχυλικό κόσμο βασιλεύει η βία και ο φόβος. Στην πραγματικότητα δεν πρωταγωνιστεί κάποιος άνθρωπος, αλλά η θεϊκή βούληση, η θεοδικία απέναντι στην αμετροέπεια του αλαζονικού και ανόσιου ανθρώπου. Ο Αισχύλος θέλει να μας δείξει ότι πάντα πρέπει να τηρείται το μέτρο στις ανθρώπινες πράξεις και ότι πρέπει να διατηρείται ανεπηρέαστη και ακλόνητη η τάξη των πραγμάτων. Το ότι ο υβριστής-αμαρτωλός θα τιμωρηθεί από τον Θεό στο αισχυλικό έργο είναι δεδομένο, μόνο η ταχύτητα με την οποία θα επέλθει αυτή η τιμωρία είναι εκείνο που μπορεί να εκπλήσσει. Έτσι, παρατηρούμε ότι στους «Πέρσες», αυτό το ιστορικού περιεχομένου δράμα, όπου δεν υμνείται η ελληνική νίκη, αλλά διερευνάται η ανθρώπινη αλαζονεία, «ολόκληρος ο κόσμος, ορατός και αόρατος, ενώθηκε κάτω από την αρχηγία τού Δία για να επιβάλει τον αρχαίο νόμο»11. Οι Πέρσες δεν ενστερνίστηκαν τη σοφία του αρχαίου ρητού μηδέν ἄγαν, γι’ αυτό και υπέστησαν αυτά τα δεινά και αυτές τις συμφορές που στάλθηκαν από τους θεούς, οι οποίοι στους Πέρσες εμφανίζονται είτε ως προσωποποιημένοι θεοί, είτε ως φυσικά στοιχεία και πνεύματα νεκρών. Είδαμε επίσης ότι, μολονότι στα αισχυλικά δράματα το Πεπρωμένο, η Άτη και η Θεία Δίκη εμφανίζονται συχνά, η ανθρώπινη πρωτοβουλία παίζει τον πιο σημαίνοντα ρόλο, αφού ο άνθρωπος είναι εκείνος, ο οποίος με την πράξη ή την απραξία του συντελεί στο να εκπληρωθεί η καταστροφή.
Κωνσταντίνος Κυριακού
Ηθοποιός – Σκηνοθέτης – Θεατρικός Συγγραφέας – Μεταφραστής, Διδάκτωρ Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Σημειώσεις
[1] Τα υπόλοιπα έργα που συμπλήρωναν την τετραλογία, με την οποία διαγωνίστηκε ο Αισχύλος στα «Μεγάλα Διονύσια» τού 472 π.Χ. ήταν: Φινεύς (πρώτο), Γλαύκος Ποτνιεύς (τρίτο), Προμηθεύς Πυρκαεύς (σατυρικό δράμα).
2 Βέβαια, την εποχή τού Αισχύλου είχαν ήδη παρουσιαστεί τουλάχιστον τα δύο έργα τού Φρυνίχου Μιλήτου Άλωσις (493 π.Χ.) και Φοίνισσες (476 π.Χ.), με θεματολογία παρμένη από την ιστορική πραγματικότητα.
3 Πρβλ. J. Herington, Αισχύλος, μτφρ. Μ. Γιούνη, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1988, σσ. 13-15 και σελ. 23.
4 Πρβλ. A. Lesky, Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, τ. Α΄, μτφρ. Ν. Χ. Χουρμουζιάδης, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 21990, σελ. 269.
5 J. Herington, ό.π., σελ. 14.
6 A. Lesky, ό.π., σσ. 269-270 σημ. 5.
7 Για την ύβρι τού ανθρώπου και τη μήνι τού θεού στο αισχυλικό έργο βλ. Κ. Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου. Ι. Αρχαίο Δράμα, Εστία, Αθήνα, 1990, σελ. 178.
8 Για το ζήτημα της «κληρονομικής κατάρας» βλ. A. Lesky, ό.π., σελ. 275.
9 Για το ανθρώπινο αυτεξούσιο βλ. Α. Σολομός, Τι προς Διόνυσον, Δίφρος, Αθήνα, 21993, σελ. 24.
10 Βλ. J. Herington, ό.π., σελ. 15.
11 J. Herington, ό.π., σελ. 83.

Πηγή φωτογραφίας: https://dromena.net/2021/06/12/i-th-kakridis-fos-kai-skotadi-stous-perses-tou-aischylou/