Διήγημα πρακτικής κλασικού ρεαλισμού
Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης τού ’42. Η ψύχρα και η υγρασία έχουν αρχίσει να γίνονται αισθητές στην πόλη, ειδικά μετά το σούρουπο. Αυτήν την ώρα, εβδόμη απογευματινή, η προετοιμασία είναι πυρετώδης στο μικρό μαγαζί, στο κέντρο τής πόλης, στην οδό «Παύλου Μελά» 22, που άνοιξε πριν λίγο καιρό με την επωνυμία Ουζερί Τσιτσάνης. Ο χώρος διαθέτει μουσική κομπανία που παίζει ρεμπέτικα και λαϊκά. Το είδος αυτό ανασταίνει το λαϊκό αίσθημα και τραβάει πλούσιους και φτωχαδάκια, από τον Μουσχουντή, τον διοικητή ασφαλείας τής Θεσσαλονίκης και τον Βελλίδη, τον μεγαλοεκδότη, ως τους δωσίλογους, μαυραγορίτες, αντιστασιακούς και τον απλό λαό. Έρχονται και άγνωστοι που κανείς δεν ξέρει τον ρόλο τους. Η εποχή είναι δύσκολη, οι άνθρωποι φυλάγονται. Η Θεσσαλονίκη ζει μέρες γερμανικής κατοχής, αντίστασης, εξόντωσης των Εβραίων, πείνας και κακουχίας. Κι ακόμα ζει φασαρίες, φόνους, προδοσίες, μπλόκα, εκτελέσεις, μαύρη αγορά, φτώχεια και τρόμο. Το Ουζερί, καθώς βρίσκεται στο κέντρο τής πόλης, βιώνει όλες τις δραματικές και οδυνηρές εξελίξεις εκ του συστάδην. Τη δυσοίωνη αυτή περίοδο, όπου όλα ισορροπούν σε ένα τεντωμένο σχοινί, ο Βασίλης, μετρημένος όπως πάντα, προσπαθεί να επιβιώσει κάτω από την προστασία τού φίλου και κουμπάρου, του «Χαμοθεού» του, όπως τον λέει, του κυρ-Νίκου Μουσχουντή. Το μαγαζί είναι μικρό. Δώδεκα τραπέζια όλα κι όλα στέκονται μπροστά από το πάλκο, τί πάλκο δηλαδή, μια ξύλινη κάσα με επιφάνεια τρία μέτρα επί δύο και τριάντα εκατοστά ύψος. Το πίσω μέρος της ακουμπάει στον τοίχο, απέναντι από την είσοδο. Πάνω στο σανίδι, σε ψάθινες καρέκλες, κάθεται η ορχήστρα, ο Τσιτσάνης, το μπουζούκι, ο Κυριαζής και ο Τσανάκας, οι κιθάρες, και η Ιωάννα, το μόνο φουστάνι στην ορχήστρα, που τραγουδάει και χτυπάει το ντέφι. Το μαγαζί διευθύνει ο Αντρέας, ο γυναικάδελφος του Τσιτσάνη. Υπάρχει κι ο Ηρακλής, το γκαρσόνι. Μπαίνοντας, αριστερά, βρίσκεται η μικρή κουζίνα με τους πάγκους και τη φουφού στη μέση, με μια-δυο κατσαρόλες πάνω της, ανάλογα, την κάθε φορά. Το μαγαζί δε σερβίρει ψητά τής ώρας, μόνο μεζέδες. Τουρσιά, σαλάτες, ελιές, τυριά, κασέρια, καμία σαρδέλα, τίποτα γίγαντες. Όλα αυτά βρίσκονται χάρη στον κύριο διοικητή και τις άκρες τού Βασίλη· βλέπεις, η μαύρη αγορά δουλεύει στο φουλ και οι μαυραγορίτες είναι καθημερινοί πελάτες. Από ποτά, όμως, σερβίρει τα πάντα, κονιάκ, λικέρ «Σαν Σουσί», μπύρες χύμα «ΦΙΞ», εμφιαλωμένες, και τα κλασσικά: ούζο, τσίπουρο, κρασί χύμα, λευκό και κοκκινέλι, ρετσίνα και «Μαυροδάφνη». Κάποιες φορές και σαμπάνιες γαλλικές, δηλαδή, έχει και του πουλιού το γάλα, παρά την πείνα έξω. Χρήμα υπάρχει, το μαγαζί είναι πάντοτε γεμάτο.
Ο Βασίλης έρχεται κατά τις οκτώ και τέταρτο, κρατώντας στο χέρι το σκρίνιο, έτσι αποκαλεί το μπουζούκι του. Ο Γιώργος και ο Γιάννης, οι μουσικοί, και η Ιωάννα, η τραγουδίστρια, φτάνουν λίγο αργότερα. Ο Τσιτσάνης, πριν ακόμα ξεντυθεί, καλησπερίζει, αγκαλιάζει φιλικά και ανταλλάσσει μερικές κουβέντες με όποιον γνωστό συναντήσει στα τραπέζια. Μετά, βγάζει το πανωφόρι και ανεβαίνει στο πάλκο. Σταδιακά τα άτομα της ορχήστρας κάθονται στις θέσεις τους. Πρώτα περιποιούνται τα όργανα, τα γυαλίζουν επίμονα, σχολαστικά, με ένα μαντηλάκι. Μετά ξεκινούν να τα κουρντίζουν, κουβεντιάζοντας μεταξύ τους και μπαίνοντας σιγά σιγά σε ένα σιγανό ταξιμάκι, για ζέσταμα. Έτσι, απαλά-απαλά γλιστρούν στο πρώτο τραγούδι. Ο Τσιτσάνης λέει συγκεκριμένα τραγούδια στο ξεκίνημα, συνήθως αυτά που έχει τελειώσει τελευταία και τα δοκιμάζει παίζοντάς τα στον κόσμο. Τώρα τελευταία έγραψε το «Μπαξέ Τσιφλίκι», που αρέσει στον κουμπάρο του, τον μέγα θαυμαστή τού ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, τον Νίκο Μουσχουντή. Σήμερα ξεκινάει μ’ αυτό γιατί ο κουμπάρος είναι κάτω στα τραπέζια. Η φωνή του λεπτή, σχεδόν κακαριστή, είναι εκνευριστική όταν τραγουδάει μόνος του. Ευτυχώς, τον συνοδεύει η Ιωάννα στα σεκόντα. Κεντάει με το μπουζούκι του. Ο κόσμος από κάτω γλεντάει και χαίρεται. Οι περισσότεροι ξέρουν τα τραγούδια απ’ έξω κι ανακατωτά και σιγοτραγουδούν μαζί του. Προσπαθούν να γλυτώσουν, να ξεχάσουν την πείνα, την κατοχή και τους Γερμανούς. Ένας άντρας σηκώνεται από το τραπέζι του και χορεύει χασαποσέρβικο, ανάμεσα στα τραπέζια και το πάλκο. Η γυναίκα συνοδός του γονατίζει στο δεξί γόνατο, δίπλα του και χτυπά παλαμάκια. Ο άντρας δείχνει μισοσουρωμένος, κάνει τα βήματα δύσκολα. Μετά από καμιά δεκαριά γυροβολιές επιστρέφει στο τραπέζι και κάθεται βαριά στη θέση. Το τραγούδι τελειώνει. Στο μεταξύ παραδίπλα άλλος πελάτης έχει σουρώσει κανονικά και συνεχίζει να πίνει. Πρώτα κατέβασε ξεροσφύρι δύο πενηνταράκια ούζο και τώρα παραγγέλνει το δεύτερο μπουκάλι «Μαυροδάφνη». Η ξανθιά δίπλα τού μιλάει στ’ αυτί, μάλλον πασχίζει να τον συμβουλέψει να σταματήσει να πίνει. Αυτός, σε απάντηση, αρχίζει να φωνάζει και να βρίζει. Η ξανθιά τον αγριοκοιτάζει, ενώ κάνει την κίνηση να σηκωθεί από τη θέση της, να πάρει την τσάντα και το πανωφόρι της. Προφανώς έχει σκοπό να τον αφήσει και να φύγει. Δεν έχει άδικο, έτσι όπως τη ρεζιλεύει. Η ώρα είναι δέκα. Μένουν άλλες δύο ώρες ως το τέλος τού προγράμματος και την απαγόρευση της κυκλοφορίας.
Ο σουρωμένος πελάτης βλέποντας τη συνοδό του να ετοιμάζεται να φύγει εκνευρίζεται και πετάει το άδειο μπουκάλι τής «Μαυροδάφνης» στον αριστερό τοίχο τού μαγαζιού. Με τ’ άλλο χέρι αναποδογυρίζει το τραπέζι. Η μπουκάλα περνάει ξυστά πάνω από το κεφάλι τού οδηγού τού Μουσχουντή, ο οποίος ευτυχώς έσκυψε και δεν την έφαγε στο μέτωπο, και σκάει δίπλα στην είσοδο της κουζίνας. Τα γυαλιά πέφτουν μπροστά στο πάλκο. Οι μουσικοί τής ορχήστρας γυρίζουν ξαφνιασμένοι προς το πεσμένο τραπέζι και κοιτάζουν τί γίνεται, δε σταματούν, όμως, να παίζουν. Ο Τσιτσάνης στρέφει το βλέμμα στον Αντρέα που κάθεται όρθιος στην είσοδο της κουζίνας και του κάνει νόημα να πάει προς τα εκεί. Ο Αντρέας κι ο Ηρακλής πλησιάζουν το τραπέζι τού σουρωμένου. «Χρήστο, τί γίνεται», λέει ο Αντρέας, «κανείς δεν κάνει φασαρία, μόνο εσύ». «Το παράκανες φίλε απόψε, μάζεψε την ξανθιά σου και δρόμο. Κατάλαβες;» Ο σουρωμένος, συνέρχεται κάπως από τα λόγια, στρέφεται στην καρέκλα στ’ αριστερά του όπου έχει το τσουβαλάκι με τα πληθωρισμένα εκατομμύρια και λέει, «Να πληρώσω ρε Αντρέα, να πληρώσω τη ζημιά». «Δε θέλω φράγκο», απαντά ο Αντρέας κοφτά, «προσβάλεις το μαγαζί, στεναχώρησες και την ορχήστρα, δρόμο». Ο σουρωμένος δε φέρνει άλλη αντίρρηση, σηκώνεται κακήν κακώς και αρχίζει να περπατάει προς την έξοδο του μαγαζιού, στηριζόμενος στα δεξιά στην ξανθιά και στ’ αριστερά στον Ηρακλή. Τρεκλίζοντας βγαίνει από το μαγαζί.
Στο μεταξύ, η ορχήστρα πέρασε σε άλλο τραγούδι, τη «Λιτανεία τού μάγκα», το οποίο βαδίζει προς το τέλος του. Γίνεται κατακλυσμός από χειροκροτήματα. Οι πελάτες ξεσπούν ξέφρενα απ’ όλα τα τραπέζια, επικρατεί μια κατάσταση οργιαστικού ενθουσιασμού και ευθυμίας. Αλλά ακόμα και τότε το τραγούδι κι η μουσική δεν εκτροχιάζονται από τον κυρίαρχο ρυθμό τους. Ο συνθέτης τους κρατάει τα γκέμια γερά, υπακούοντας τόσο στο αυστηρό υποσυνείδητο της τέχνης, όσο και στο παντοδύναμο ένστικτο που τον κατευθύνει. Η χαρτούρα από πληθωρισμένα εκατομμύρια αρχίζει να πέφτει στα πόδια τής ορχήστρας κάνοντας λόφους. Τα πιο πολλά φράγκα τα ρίχνουν οι μαυραγορίτες. Υπάρχουν πελάτες που έρχονται με τσουβαλάκια από χάρτινα κατοχικά λεφτά και τα πετούν με τις χούφτες στην ορχήστρα. Το γκαρσόνι τα μαζεύει πάντα ψύχραιμα και τα χώνει μέσα σε ένα μεγάλο σακί. Τα ποτά πάνε κι έρχονται, το ίδιο και τα φαγητά. Τα τσιγάρα, η φούντα και το μαύρο πάνε ντουμάνι. Ορχήστρα και πελάτες μπαφιάζουν στη βαριά καπνίλα.
Ώρα εντεκάμισι νυχτερινή, ώρα που περνάει η πρώτη νυχτερινή περίπολος. Η επόμενη περνάει στις δωδεκάμισι, μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας. Μια ακόμα δύσκολη βάρδια βαδίζει προς το τέλος της. Ο Βασίλης και οι άλλοι τής ορχήστρας κάθονται στις ψάθινες καρέκλες εν μέσω κάπνας πολλής. Λίγο πριν τελειώσει το πρόγραμμα, μπαίνει για έλεγχο η πολιτοφυλακή, συνοδευόμενη από Γερμανούς στρατιώτες. Όλοι έμειναν ακίνητοι στις θέσεις τους. Για κάποια δευτερόλεπτα δεν ακουγόταν τίποτα. Ξαφνικά, πετιέται από τους θαμώνες ο Νίκος Μουσχουντής και λέει φωναχτάμ «είναι όλα νόμιμα εδώ μέσα, το εγγυώμαι εγώ». «Ένας τυπικός έλεγχος είναι κύρια διοικητά», απαντά ο πολιτοφύλακας και αρχίζει να πλησιάζει έναν-έναν τους πελάτες, που έτειναν τα χέρια τους προς το μέρος του, κρατώντας τα έγγραφα αναγνώρισης. Εκείνη τη στιγμή, ο Παναγιώτης, σηκώνεται απ’ τη θέση του και κινείται προς τον Αντρέα, που στεκόταν όρθιος στην είσοδο της κουζίνας. Στέκεται μπροστά του, στήθος με στήθος και χωρίς να πει λέξη, κοιτώντας τον στα μάτια, βάζει το δεξί του χέρι κάτω απ’ το σακάκι, στη ζώνη τού παντελονιού του και βγάζει ένα πιστόλι, που το είχε στηριγμένο εκεί. Με μια κίνηση του κεφαλιού κάνει νόημα στον Αντρέα να το πάρει. Εκείνος το πιάνει με το δεξί του χέρι, κάνει αναστροφή, προχωρά τέσσερα βήματα προς τη φουφού με τις κατσαρόλες και το βάζει μέσα σε μια απ’ αυτές. Επιστρέφει πίσω στο σημείο που στεκόταν σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Στο μεταξύ, οι πολιτοφύλακες ολοκλήρωσαν τον έλεγχο των εγγράφων, αποχαιρέτησαν και μαζί με τους Γερμανούς στρατιώτες βγήκαν από το ουζερί. Ένας-ένας άρχισαν να φεύγουν και οι θαμώνες. Ο Παναγιώτης, που ακόμα στεκόταν στην είσοδο της κουζίνας δίπλα στον Αντρέα, γυρίζει ελαφρά προς το μέρος του και τον κοιτάζει στα μάτια, καθώς τείνει εμπρός την παλάμη του δεξιού του χεριού ανάστροφα, υπονοώντας ότι περιμένει να πάρει πίσω το αντικείμενο που του έδωσε. Ο Αντρέας πιάνει το σήμα και δρασκελίζει την απόσταση των τεσσάρων βημάτων ως τη φουφού, βγάζει το πιστόλι από την κατσαρόλα όπου το είχε κρύψει, το καθαρίζει με μια πετσέτα και κάνοντας αναστροφή επιστρέφει στην είσοδο της κουζίνας και το δίνει πίσω στον ιδιοκτήτη του. Εκείνος, το πιάνει με το δεξί του χέρι και σπρώχνοντας ελαφρά το σακάκι του με την κάνη, το χώνει στη δεξιά πλευρά τής ζώνης. Καληνυχτίζει και βγαίνει στον δρόμο. Δεν πέρασαν ούτε δέκα δευτερόλεπτα και ακούστηκαν δύο ξεροί πυροβολισμοί. Οι τρεις πελάτες που είχαν απομείνει στο μαγαζί πετάχτηκαν έντρομοι έξω. Τους ακολούθησε κι ο Βασίλης. Μόνο ο Αντρέας έμεινε καρφωμένος στη θέση του, προσποιούμενος ότι μπορεί και να μην τους αφορούσε το κακό που συνέβη. Πολύ γρήγορα επέστρεψε ο Βασίλης με ανέκφραστο, ωχρό, πρόσωπο. «Τί συμβαίνει ρε Βασίλη», τον ρωτά ο Αντρέας ανήσυχος. «Σκότωσαν τον Παναγιώτη», του απαντά εκείνος και σωριάζεται σε μια καρέκλα.
Βουβαμάρα επικράτησε ανάμεσα στους δύο άντρες και κανένας άλλος, από τα μέλη τής ορχήστρας που ακόμα βρίσκονταν στο μαγαζί, δε μίλησε. Όλοι έμειναν σιωπηλοί να κοιτούν το πυκνό σκοτάδι. Πρώτος συνήλθε ο Βασίλης, ο οποίος γυρίζει προς στον Αντρέα και του λέει, «Δεν ξέρω πού έχεις μπλέξει, αλλά έτσι όπως κάνεις θα το φας το κεφάλι σου». «Μην ανησυχείς, ξέρω τί κάνω», του απαντά ο Αντρέας, παριστάνοντας ότι έχει τον έλεγχο. «Α! Ναι; Τότε ό,τι κάνεις να είναι έξω από το μαγαζί», απαντάει τσιριχτά ο Βασίλης, μέσα απ’ τα δόντια του. Καινούργια σιωπή γέμισε τον χώρο ξανά. Ξαφνικά, ακούγεται η φωνή τής Ιωάννας, της τραγουδίστριας, που στεκόταν όρθια φορώντας το πανωφόρι και την τσάντα της, έτοιμη να φύγει, να λέει, «Μαέστρο συγγνώμη, εγώ δεν μπορώ άλλο, θα φύγω απ’ το μαγαζί. Δεν αντέχω κάθε βράδυ, φασαρίες, κυνηγητά, σκοτωμούς, τρέμει η ψυχή μου». «Τί λες τώρα βρε Ιωάννα», της λέει ο Βασίλης, κάνοντας τρία βήματα προς το μέρος της, όρθιος μπροστά της και κοιτώντας την απορημένα και παρακλητικά. «Δεν μπορώ να τραγουδήσω, μαέστρο, συγγνώμη», απαντά εκείνη και τραβιέται απότομα από το βλέμμα του για να μη νιώθει υπόλογη για την ξαφνική απόφαση που πήρε. Έκανε τα τέσσερα βήματα που τη χώριζαν από την έξοδο και βγήκε στο πυκνό σκοτάδι τής νύχτας, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της.
Ο Τσιτσάνης, συντετριμμένος απ’ τα γεγονότα, σοβαρός και στοχαστικός, πήρε μια καρέκλα και το μπουζούκι του, κάθισε σε μια γωνιά, κοιτώντας προς τον τοίχο, μόνος και σιωπηλός, και άρχισε να το σκαλίζει. Ο θάνατος του φίλου, σχεδόν μπροστά στα μάτια του, τον πίκρανε. Το δράμα των συμπολιτών του, που ήταν και δικό του δράμα, του γεννούσε πόνο, καημό και την επιτακτική ανάγκη να μιλήσει γι’ αυτά, με τον τρόπο του. Οι ήχοι ξεχύνονταν αβίαστα απ’ το όργανο, λιτοί, ανθρώπινοι, αληθινοί, λες και προσπαθούσαν να ενώσουν τη μουσική με την ίδια τη ζωή. Να ενώσουν τις νότες με το συλλογικό καημό, την απελπισία, τη φιλία, την προδοσία και τον θάνατο. Εκείνη τη στιγμή ο καλλιτέχνης μεταμορφωνόταν σε αρχετυπική μορφή, στον ήρωα, που μέσα στις συμπληγάδες τής ιστορίας, έδινε μορφή με το μπουζούκι στις εμπνεύσεις που έβγαιναν απ’ τα βάθη τής ψυχής του. Ξεχύνονταν από το όργανο ήχοι ευθύνης, κατακλυσμένοι από αισθήματα για την πατρίδα και την τιμή, την επιβίωση και την αντίσταση, την αλληλεγγύη και τη μοναξιά. Έχει το δικό του στυλ στο παίξιμο. Όταν είναι στα καλά του, κρατάει την κοκαλένια πένα ελαφρά, την παίζει χαλαρά, χαϊδευτικά σαν μικροσκοπική βεντάλια πάνω στις χορδές. Σήμερα που έχει τα χάλια του ξεχνάει το απαλό πιάσιμο της πένας και χτυπάει τις χορδές βαριά, με τον καημό και τον πόνο που σφίγγουν τις καρδιές όλου του κόσμου. «Συννεφιασμένη Κυριακή / μοιάζεις με την καρδιά μου / που έχει πάντα συννεφιά…» … «Συννεφιασμένη Κυριακή / ματώνεις την καρδιά μου…»
«Όποιος γεννιέται μερακλής, δεν ξέρει τί να κάνει», είναι το μότο τού Βασίλη. Αυτός, ένας άνθρωπος γεννημένος για την Τέχνη και το Κάλλος, βρίσκεται σε έναν κόσμο βάναυσο, τρελό, ανελέητο και δολοφονικό. Που δεν τον καταλαβαίνει, που είναι έξω απ’ αυτόν και με άλλον προορισμό. Η αλήθεια είναι πως το Ουζερί μοιάζει να είναι ένα κέλυφος, ένα μικρό οχυρό, ο δικός του μουσικός κόσμος, όπως συνηθίζει να λέει, όπου η ζωή του είναι κάπως προστατευμένη κι όπου προσπαθεί με κόπο να μην αφήσει τον ζόφο να τον κατακλύσει. Εκεί μέσα, ακάματος, αγωνίζεται ν’ ανταπεξέλθει στους καιρούς, με όπλα τη μουσικότητα, τη δεξιοτεχνία, την εφευρετικότητα και τη φαντασία του. Ματώνει πάνω στα ταξίμια του. Ένας πυρετικός παρατηρητής τής ζωής, που παραμένει, ωστόσο, σοβαρός και ψύχραιμος μπροστά στις ακραίες καταστάσεις, όπως η σημερινή, προσπαθώντας να μιλάει λίγο και να αισθάνεται πολύ, ν’ αφουγκράζεται το λαϊκό αίσθημα, επιχειρώντας να το μετατρέψει σε νότες και στίχους. Αυτός είναι ο δικός του δρόμος, μέσα από αυτόν μοχθεί να δώσει κουράγιο στον χαμό και την καταστροφή, να μιλήσει για την παρηγοριά και την ελπίδα, να ξυπνήσει τον ηρωισμό και τη λεβεντιά στους συμπατριώτες του, τώρα που είναι αδύναμοι και με κομμένα τα φτερά.
Μαρία Σιώζιου

Πηγή: https://trikalaenimerosi.gr/blog/trikala/san-simera-gennithike-kai-pethane-o-vasilis-tsitsanis