Μᾶς πιάσανε στὰ πράσα…
τηρήθηκε στὸ ἀκέραιο
τὸ ἔθιμο τῆς διαπόμπευσης·
κουβαλητὸ μὲ φέρανε στὸ σπίτι
οἱ συμμαθητὲς
μὲ ἀλαλαγμοὺς καὶ …σταύρωσον,
νὰ ποῦνε στὴ μάνα τὰ κατορθώματά μου.
Ἦμουν ζωντανός·
ἀντάρτης στοὺς ἀντάρτες, ποὺ κατέβαζαν
ρακένδυτους καὶ ἡττημένους στὴν Ἐγνατία.
Ἦμουν νεκρός·
νὰ φτύνουν διὰ τῆς βίας οἱ περαστικοὶ
στὸ πτῶμα ἑνὸς ὑποτιθέμενου προδότη.
Τώρα, συμμαθητές, σωπᾶστε,
γεννιοῦνται ποιητές.
Πετᾶξτε τὰ μαχαίρια σας μακριὰ
νὰ μὴν τὰ βροῦν οἱ καταραμένοι
καὶ σφαχτοῦν μέσα στοὺς στίχους.
Πετᾶξτε τὰ πιστόλια σας στὴ θάλασσα·
νά γιατὶ αὐτοκτονοῦν οἱ ποιητές:
τῆς ζωῆς τὰ ποιήματα
εἶναι κάποτε θανατηφόρα.
Μέσα σὲ σκόνες γεννιέται ὁ ποιητής,
στὸν χωματόδρομο ἐπιστρέφει,
καίγεται στὶς φωτιὲς τοῦ Ἀη Γιαννιοῦ,
σὰν τέφρα θὰ ξανάρθει
-ἂν ξανάρθει- μὲ τὸν ἄνεμο.
Θοδωρὴς Βοριᾶς

πηγή φωτογραφίας: https://www.haniotika-nea.gr/ta-paidia-tis-geitonias-kai-oi-foties-toy-ai-gianni/