Διήγημα δομημένου ρεαλισμού, β΄ επιπέδου τεχνοτροπίας
Κάθομαι με τη λεκάνη πάνω στην γκρι μάλλινη κουβέρτα, που την παρατηρώ, κινώντας τους οφθαλμούς δεξιά αριστερά, να σκεπάζει από άκρη ως άκρη το στρώμα ντιβανιού· έχω τους αγκώνες λυγισμένους ν’ ακουμπούν τους τετρακέφαλους, σε στάση ορθής γωνίας, σχηματίζοντας με τις άκρες τους, βαθουλώματα στη ριγέ πιζάμα, που καλύπτει το εύκαμπτο κάτω από το ρούχο δέρμα των ποδαριών. Κοιτάζω υπό γωνία μπροστά, χαμηλά, τις πατούσες γυμνές να εφάπτονται στις τάβλες από ξύλο· αισθάνομαι στο δέρμα τον αέρα να εισέρχεται κρύος, ανάμεσα στις ραβδώσεις τού δαπέδου, μέσα στο δωμάτιο, βλέποντας τις τρίχες να υψώνονται η μία δίπλα στην άλλη. Με το κεφάλι γυρτό, στο ύψος τού στήθους και τα μάγουλα μέσα στ’ ανοιγμένα δάχτυλα των αντικριστών παλαμών -υψωμένες αυτές έναν πήχη πάνω από τη στάθμη των ποδιών- ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα. Οι κόρες των οφθαλμών, στραμμένοι εμπρός, κοιτάζουν στα δυο μέτρα το φως το οποίο εκπέμπει γυάλινη λάμπα, από το μέσο τετράγωνου ταμπλά τραπεζιού, επιφάνειας ενός περίπου τετραγωνικού. Στα δεξιά τού ταμπλά, δυο σπιθαμές απ’ τη λάμπα, φωτίζεται η μια πλευρά πήλινης γλάστρας, με τη σκιά τής άλλης τής μεριάς, ν’ απλώνεται ως την άκρη τού τραπεζιού. Ανάμεσα στον πήλινο σχηματισμό ίσα που διακρίνω κιτρινισμένα, μικροσκοπικά, φύλλα φυτού· μοιάζει με βασιλικό απότιστο που μαράθηκε. Ανασηκώνω το κεφάλι κι ακουμπώντας τις παλάμες στα γόνατα, τα σπρώχνω ωθώντας τον κορμό ψηλά, κι ορθώνοντας το κορμί σε ευθεία θέση, περπατώ με αργό βηματισμό, μισό μέτρο ανά δευτερόλεπτο, δίπλα από το τραπέζι, προς κλειστή ξύλινη πόρτα, ευρισκόμενης στη δεξιά μεριά τού απέναντι τοίχου. Έχοντας διανύσει οχτώ βήματα, τη φτάνω και υψώνοντας τους πήχες των χεριών πάνω από τους ώμους, κουνάω ανάκατα τα δάχτυλα, παρατηρώντας πάνω στον σοβαντισμένο τοίχο και στην πόρτα μαύρους σκιερούς σχηματισμούς, να κινούνται. Στρέφω εκατόν ογδόντα μοίρες τον κορμό τού σώματος, σέρνω τις πατούσες για δυο μέτρα και γονατίζοντας μπροστά από το τραπέζι, σχηματίζω ορθή γωνία μεταξύ γαμπών και σώματος. Σκύβοντας το κεφάλι λίγα εκατοστά από τον λαιμό, φέρνω το πρόσωπο πάνω από τη γλάστρα και εισπνέω αέρα, ακουμπώντας με τα ρουθούνια το φυτό. Τα φύλλα του ξερά, αγκυλώνουν της μύτης το δέρμα, ενώ η μόνη οσμή, που εισέρχεται από τις ρινικές μου κοιλότητες, είναι η μυρωδιά κηροζίνης. Ακουμπώντας τούς πήχεις στο ξύλο, πιάνω, με τις χούφτες εκατέρωθεν, τις εξωτερικές αντικριστές πλευρές τής γλάστρας, ενώ αποτραβώ προς τα πίσω το κεφάλι, απομακρύνοντάς το μια παλάμη από το ξερόχορτο, επικεντρώνοντας το βλέμμα των οφθαλμών στη στέψη τού πηλού, ανάμεσα σε φυτό και λάμπα. Ανοιγοκλείνω ρυθμικά, τρεις φορές σε ένα δευτερόλεπτο, τα βλέφαρα, κ’ ύστερα, τα πλησιάζω στον πηλό, τόσο ώστε να τον ακουμπήσω με τα χείλη, κ’ ανοίγοντας αυτά, όσο χρειάζεται, για να περάσει ανάμεσά τους η γλώσσα, βγάζω αυτή και την αγγίζω πάνω στη σκληρή επιφάνειαά του. Περιστρέφοντας, στη συνέχεια, αριστερόστροφα το κεφάλι, σαλιώνω απ’ άκρη σ’ άκρη κυκλικά ολόκληρη τη στεφάνη. Με τη γεύση χώματος και έντονης πικρίλας από το σάλιο στον ουρανίσκο, το καταπίνω προς τον οισοφάγο, επαναλαμβάνοντας, για μια ακόμα φορά, την κυκλική επάλειψη της γλώσσας, πάνω στην επιφάνεια του πηλού. Σουφρώνοντας τα μάγουλα και κλείνοντας σφικτά τα βλέφαρα για δυο δευτερόλεπτα, ξανακαταπίνω τα πικρά υγρά, που έχουν μαζευτεί εντός τής στοματικής κοιλότητας, κι ανοίγοντάς τα πάλι, διαστέλλω τους οφθαλμούς, κοιτάζοντας τα κιτρινισμένα φύλλα τού φυτού.
«Θα μου χαρίσετε ακόμα έναν χορό;», ρωτάω χαμηλόφωνα, ανυψώνοντας δυο σπιθαμές με τους καρπούς, τη γλάστρα απ’ το τραπέζι. «Για να μη μου απαντάτε, θα συμφωνείτε, οπότε ας χορέψουμε άλλη μια φορά», ψιθυρίζω, έχοντας το στόμα δίπλα από τα πήλινα τοιχία, ενώ σηκώνω από το δάπεδο διαδοχικά, ένα ένα τα ποδάρια, πρώτα το δεξί, μετά τ’ άλλο και, φέρνοντας τη γλάστρα μέσα στην αριστερή μασχάλη, ορθώνω ψηλά το κορμί. Μετακινώ τις πατούσες μία μία, μισό μέτρο δεξιά και μετά αντίστροφα αριστερά, πάνω στις τάβλες τού πατώματος, λυγίζοντας και ανασηκώνοντας τα γόνατα σε κάθε βηματισμό. Κάθε πέντε με έξι διαδοχικές μετακινήσεις των ποδαριών, τεντώνω τα δάχτυλα στις πατούσες και στηριζόμενος σε αυτά, περιστρέφω τον κορμό τού σώματος τριακόσιες εξήντα μοίρες, περπατώντας, συνάμα, άλλοτε προς το ντιβάνι και άλλοτε προς την πόρτα. Ταυτόχρονα, υψώνω απέναντι από το πρόσωπο τη γλάστρα -πιάνοντάς τη με τις ακροχεριές- κι επανατοποθετώντας τη στη συνέχεια στη μασχάλη, συνεχίζω τους βηματισμούς προς τη μια και προς την αντίρροπη κατεύθυνση, ανοιγοκλείνοντας διαρκώς τα χείλη και τραγουδώντας, «Ταράρα ραρά, ραρά, ραρά… Ταρίρα ραρώ, ραρί, ραρώ…». Έχοντας διανύσει, με το πήλινο σκεύος στα χέρια, περισσότερες από πενήντα φορές την απόσταση μεταξύ κρεβατιού και πόρτας, περνώντας άλλες τόσες φορές δίπλα από το τραπέζι με τη λάμπα, νιώθω μισή ώρα τώρα τους γλουτούς να τρέμουν, ενώ αισθάνομαι τις γάμπες μου μουδιασμένες, σταματώ τη μετακίνηση του σώματος, στέκοντας με τον κορμό ακίνητο, ανάμεσα στο τραπέζι και στο ντιβάνι, ένα μέτρο από το καθένα και τοποθετώντας τον πάτο τής γλάστρας στη δεξιά ανοιγμένη παλάμη, τον γραπώνω, με τις άκρες των δαχτύλων, φέρνοντας αυτά, μαζί με τη γλάστρα, σε απόσταση δυο εκατοστών από το στόμα, το οποίο ανοιγοκλείνω, μιλώντας δυνατά. «Να ξέρεις πως έχεις ξηρά και πικρά χείλη, ότι είσαι ένα κιτρινιάρικο ξεράδι, ότι κάθε φορά που σε φυλάω, θέλω να κάνω εμετό και πως σε βαρέθηκα. Ναι, βαρέθηκα να μη μου μιλάς, βαρέθηκα να χορεύω μαζί σου, βαρέθηκα να βλέπω σκιές στους τοίχους και, κυρίως, βαρέθηκα κάθε φορά που μυρίζω τα φύλλα σου, αυτά να βρωμούν πετρέλαιο».
Καθώς εκστομίζω τις τελευταίες λέξεις, πιάνω και με τα δυο χέρια τα στρογγυλά πήλινα τοιχώματα σφίγγοντάς τα περιμετρικά με τα δάχτυλα. Ύστερα, στρέφω το άνοιγμα με το φυτό προς το πρόσωπο και φέρνοντάς αυτό παράλληλα προς το δάπεδο, το πλησιάζω στο στόμα. Ακουμπώ τα ρουθούνια στα φύλλα κι όπως εισπνέω τη μυρωδιά τους, ανοίγω τα χείλη και δαγκώνω με τους κυνόδοντες τα ξεροκλάδια, αποτραβώντας, την ίδια στιγμή, το πήλινο περίβλημα με τις παλάμες προς τα πίσω, μέχρι να ξεριζωθεί και να διαχωρισθεί πλήρως το φυτό από τη γλάστρα. Βαστώντας την, τώρα, και με τα δυο χέρια, κενή απ’ το περιεχόμενό της, τη φέρνω ψηλά πάνω από το κεφάλι κ’ ύστερα τη ρίχνω με ορμή υπό γωνία μπροστά, με κατεύθυνση προς τη λάμπα, παρατηρώντας τη να συγκρούεται πάνω της, κοιτώντας και τις δύο να πέφτουν σπάζοντας σε κομμάτια. Δυο γυάλινα θραύσματα διακρίνω πάνω στον ταμπλά ανάμεσα σε φλόγες και υγρό, που ρέει προς όλες τις κατευθύνσεις τού τραπεζιού, ενώ κομμάτια πηλού και γυαλιού πέφτουν στις τάβλες τού δαπέδου γύρω από το τραπέζι και γίνονται θρύψαλα, με τον θόρυβο από τη θραύση και τον αντίλαλο, που προκαλείται στους τοίχους, να ηχούν, για λίγα δευτερόλεπτα, στ’ αυτιά μου. Μασώντας με τους σπαστήρες, ανάμεσα στην άνω και κάτω στοματική κοιλότητα, ξεραμένο βασιλικό, κάνω ένα βήμα πίσω και γέρνοντας τη μέση τού σώματος, ακουμπώ τη λεκάνη πάνω στο ντιβάνι, λυγίζοντας τα πόδια, ενώ παρακολουθώ απέναντί μου, φλόγες να καίνε τόσο το τραπέζι, όσο το δάπεδο και την πόρτα. Φτύνοντας από το στόμα ξερόχορτα και υγρό από τα σάλια μου χώμα, τα οποία αναμεμιγμένα εκτοξεύονται από τα χείλη μισό μέτρο απέναντι πάνω στις τάβλες, ακουμπώ τους αγκώνες στους τετρακέφαλους και υποβαστάζοντας με τις παλάμες τα μάγουλα, έχω ανοιγμένα τα ακροδάχτυλα γύρω από τα μάτια, κοιτάζοντας ανάμεσά τους με αυτά, την πυρά να κατακαίει κάθε ξύλινη επιφάνεια του χώρου, πλησιάζοντας προς το ντιβάνι, δυο περίπου μήκη πατούσας από μένα.
Αισθανόμενος, στο γυμνό των ποδαριών δέρμα από τους αστραγάλους και κάτω, έντονη καούρα από την υψηλή θερμότητα της φωτιάς, εισπνέω από τη μύτη μαύρο καπνό αναμεμιγμένο με μυρωδιά πετρελαίου. Λίγο πριν οι καύτρες περιβάλλουν καίοντας την πιζάμα και τις σάρκες των ποδιών, μετακινώ απομακρύνοντας από το πρόσωπο τα χέρια και υψώνοντάς τα με σφιγμένες γροθιές δίπλα από τα αυτιά, τρέμω σύγκορμα· το σώμα σπαρταρά από πάνω ως κάτω, από το μέτωπο μέχρι τους αστραγάλους, με συσπάσεις όλων του των μυών. Κι ενώ νιώθω να ζαλίζομαι από οδυνηρούς πόνους, με την πέτσα των ποδαριών να λιώνει ανάμεσα στις φλόγες, μεταφέρω τα δάχτυλα των χεριών επάνω στο κεφάλι και μπήγοντας τα νύχια μέσα στα μαλλιά, αρπάζω στα ακροδάχτυλα τούφες με τρίχες, τις οποίες αποτραβώ από το πέτσωμα δυνατά. Συμπιέζω με την κάτω οδοντοστοιχία την άνω και με τα δόντια εφαπτόμενα σφικτά, ανοιγοκλείνω τα χείλη τού στόματος, κραυγάζοντας τρεις λέξεις, «Σιχαίνομαι την κηροζίνη».
Νίκος Καψιάνης

πηγή φωτογραφίας: https://pxhere.com/en/photo/1175320