Μια «Άλλη» Μήδεια | Κατερίνα Μπιλάλη

Μια «Άλλη» Μήδεια

Η Μήδεια του Ευριπίδη ως μια τραγωδία εκδίκησης και συγχώρεσης μέσα από την έμφυλη διαμάχη και την πρόσληψή της από τον Ariel Dorfman, στο έργο του Purgatorio.

Εισαγωγή

     Οι θεματικές γύρω από τις οποίες κινείται η παρούσα μελέτη έχουν ως εναρκτήριο λάκτισμα μια ψυχολογική προσέγγιση με αφορμή δύο έργα των οποίων η χρονική απόσταση γραφής τους είναι περίπου είκοσι αιώνες. Πρόκειται για την τραγωδία Μήδεια του Ευριπίδη και το Purgatorio του Ariel Dorfman, το οποίο αποτελεί πρόσληψη του αρχαίου δράματος, μιας και τα δραματικά πρόσωπα είναι η Μήδεια και ο Ιάσoνας σε έναν μη χρόνο και έναν μη τόπο, που προσιδιάζει με κάτι ανάμεσα σε φρενοκομείο και «Δαντικό» καθαρτήριο. Είναι προφανές ότι ο Ευριπίδης δεν ήταν γνώστης ψυχολογικών θεωριών με τη σύγχρονη έννοια, ούτε έγραφε με σκοπό την ανάδειξη των βαθύτερων ανθρώπινων εσωτερικών διεργασιών. Είναι, όμως, αξιοθαύμαστο, ότι τα έργα του και ειδικότερα το προς μελέτη έργο του, έχει αποτελέσει τη βάση πολλών ψυχαναλυτικών μελετών και ψυχολογικών αναλύσεων. Η σύνδεση της επιστήμης τής ψυχολογίας με την τραγωδία δεν είναι αβάσιμη αφού τα τραγικά πρόσωπα είναι φορείς ιδεολογικοπνευματικών συμφραζόμενων και τα συμπεριφοριστικά τους μοτίβα εκκινούν από τα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής. Όπως αναφέρει άλλωστε ο Χειμωνάς, «στην τραγωδία συντελείται μια κάθοδος στα παλαιά στρώματα του ψυχισμού, κάθοδος στις αδιαφοροποίητες εξαιρετικά ισχυρές θυμικές εντάσεις στις άμορφες, ανεξέλεγκτες και απεριόριστες ποσότητες των πρωτογενών συγκινήσεών μας».
     Τίθενται λοιπόν στο επίκεντρο οι ψυχολογικές προεκτάσεις των κινήτρων και των αποφάσεων της Μήδειας, κάνοντας μια συγκριτική μελέτη των προαναφερθέντων έργων, καθώς και οι δράσεις και αντιδράσεις τού Ιάσονα απέναντι στην πολυσχιδή προσωπικότητα της Μήδειας ως τη βάρβαρη, τη μάγισσα, τη γυναίκα, ως το «άλλο». Πιο συγκεκριμένα, επιχειρείται να απαντηθούν ερωτήματα, όπως: ποιά είναι η ψυχοπνευματική επικοινωνία μεταξύ των δύο συζύγων στα δύο εξεταζόμενα έργα; Μπορούν να κοιτάξουν βαθιά στην ψυχή ο ένας τον άλλον και να ξεσκεπάσουν τον εαυτό τους; Είναι εφικτή η συγχώρεση και η συμφιλίωση μετά από ένα τερατώδες έγκλημα; Υπάρχουν απαντήσεις ή ενδείξεις για κάτι τέτοιο στα δύο έργα; Μπορούν τα εμπλεκόμενα μέρη να βγουν από τον κύκλο τής ενοχής και τού θυμού; Υπάρχει μετάνοια ή αποτύπωση ψυχικού τραύματος στις δύο αντίπαλες πλευρές;

Σκιαγράφηση των κινήτρων
και των αποφάσεων της Μήδειας
στο ομώνυμο έργο τού Ευριπίδη
και συσχέτισή τους με αυτά
που αναδεικνύονται στο έργο
τού Ariel Dorfman, Purgatorio.

     Έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για τα κίνητρα και τις αποφάσεις αυτής της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας, της Μήδειας. Μετά από τόσους αιώνες η ομώνυμη τραγωδία τού Ευριπίδη είναι ακόμα συναρπαστική και ελκυστική, γιατί, ενώ έχει τις ρίζες της στο μακρινό παρελθόν, καταφέρνει να κάνει αισθητή την παρουσία της στο παρόν και στο μέλλον. Γι’ αυτό και έχει εξεταστεί υπό το πρίσμα πολλών επιστημονικών θεωρήσεων και έχει προσληφθεί και μετεγγραφεί ποικιλοτρόπως. Η σύγχρονη πρόσληψή της από τον Ariel Dorfman έχει έντονες επιρροές από τη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία και οδηγεί σε μια βαθύτερη ψυχογραφική μελέτη, μιας και ο δραματικός χώρος τού έργου Purgatorio είναι ένα κλειστοφοβικό δωμάτιο, σαν σε ψυχιατρική κλινική, όπου ένας άντρας και μια γυναίκα, μέσα από ένα εναλλασσόμενο παιχνίδι ρόλων μεταξύ τού θεραπευτή και τού θεραπευόμενου, τού θύτη και τού θύματος, κάτω από το άγρυπνο μάτι κάποιων υψηλά ιστάμενων προσώπων, που τους επιτηρούν μέσω βιντεοκάμερας, αλληλοβασανίζονται στο διηνεκές. Στόχος τους είναι να θεραπεύσουν και να ελευθερώσουν ο ένας τον άλλον μέσω της μετάνοιας και της αποδοχής των σφαλμάτων τους με όχημα την αναδρομή στο παρελθόν και την επαναφορά των επώδυνων αναμνήσεων. Χωρίς ποτέ να κοινοποιήσουν τις ταυτότητές τους και μόνο από τα λεκτικά και σκηνικά συμφραζόμενα, είναι διακριτές οι αντιστοιχίες με τα δραματικά πρόσωπα του έργου τού Ευριπίδη, της Μήδειας και του Ιάσονα. Το μαχαίρι σε πρώτο πλάνο χρησιμοποιείται ως η αφορμή, προκειμένου να ξετυλιχτεί το κουβάρι των ανατριχιαστικών αναμνήσεων σε σχέση με τη θηριώδη πράξη τής παιδοκτονίας, καθώς και το ξεδίπλωμα των προσωπικοτήτων των δύο πρωταγωνιστών.
      Στο θεατρικό έργο τού Dorfman τα κίνητρα της σύγχρονης Μήδειας διακρίνονται από τα πρώτα κιόλας λόγια της και συγκεκριμένα όταν ο Ιάσονας της λέει ότι το μόνο που υπάρχει στο δωμάτιο που βρίσκονται είναι οι δυο τους και το μαχαίρι, εκείνη απαντάει ότι μαζί με τα παραπάνω βρίσκονται και οι όρκοι του, «And your promises», μια λέξη πάνω στην οποία βασίζεται η κύρια υπερασπιστική της γραμμή στην κλασική τραγωδία, στην καταπάτηση, δηλαδή, των όρκων. Σύμφωνα με τον Segal τα κίνητρα μιας παιδοκτονίας στη σύγχρονη εποχή έχουν διαφορές, αλλά και κάποιες ομοιότητες, με αυτά της κλασικής ηρωίδας. Οι ομοιότητες συνοψίζονται στο ότι η μητροκτόνος δεν αφήνει τα παιδιά της να γίνουν βορά ενός ανθρώπου, ο οποίος έχει παραβιάσει ηθικούς νόμους και αρχές και είναι εν δυνάμει κακοποιητής τους. Δεν αφήνει τους εχθρούς της να σκοτώσουν τα παιδιά της, το κάνει η ίδια. Έχουν αναφερθεί περιστατικά στο αστυνομικό ρεπορτάζ, κατά τα οποία η μητέρα εκλογικεύει τον φόνο των παιδιών της χρησιμοποιώντας το πρόσχημα μιας επερχόμενης άσχημης μοίρας εξαιτίας οικονομικών ή κοινωνικών προβλημάτων, όπως η περίπτωση της γυναίκας από την Πετρούπολη Αττικής, η οποία έπνιξε το νεογέννητο παιδί της για να αποφύγει την κοινωνική κατακραυγή. O Dorfman επιλέγει να μην εκσυγχρονίσει τη Μήδειά του στο επίπεδο των αποφάσεων και των κινήτρων, αλλά να φωτίσει και να εμβαθύνει στα ήδη υπάρχοντα που έχει επιλέξει να εντάξει στη δραματουργία του ο προγενέστερος συνάδελφός του και τα οποία βασίζονται στις διαπροσωπικές σχέσεις, τις κοινωνικές συσχετίσεις αλλά και στην ίδια προσωπικότητα της Μήδειας.

i) Το μοτίβο τής ερωτικής ζήλειας

     Κατά την ανάλυση του αρχαίου κειμένου, σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης και, όπως υποστηρίζει ο Mastronarde, προτού αποκαλυφθούν στις επόμενες σκηνές κι άλλες πτυχές τής προσωπικότητας της Μήδειας, οι οποίες εμπλουτίζουν το παζλ των εγκληματικών της πράξεων, τίθενται τα ζητήματα του έρωτα, της απιστίας και της ζήλειας. Η δύναμη του έρωτα τονίζεται και στα δύο έργα με τρόπο που καθορίζει τη σχέση των δύο ανθρώπων, της Μήδειας και του Ιάσονα, σε επίπεδο έντονου πάθους και παράδοση άνευ ορίων, τουλάχιστον από την πλευρά τής Μήδειας. Στον πρόλογο του έργου τού Ευριπίδη μέσα από τα λόγια τής Τροφού (στιχ. 1-9), αλλά και μέσα από τα λόγια τής ίδιας τής Μήδειας κατά την Πάροδο, αλλά και κατά τον πρώτο Αγώνα Λόγων μεταξύ των συζύγων (στιχ. 166-168, 476-488), απαριθμούνται οι φρικιαστικές πράξεις που εκτέλεσε η Μήδεια, προκειμένου να βοηθήσει τον αγαπημένο της ακολουθώντας τον μακριά από τη χώρα της, όπως το να πείσει τις κόρες τού βασιλιά τής Ιωλκού, Πελία, να τον σκοτώσουν, προκειμένου να ξαναγίνει νέος, να σκοτώσει τον δράκοντα που φύλαγε το χρυσόμαλλο δέρας, αλλά και τον ίδιο της τον αδελφό, καθώς και να εξαπατήσει τον πατέρα της. Στο έργο τού Dorfman, η πλήρης δοτικότητα της Γυναίκας-Μήδειας στον Άντρα-Ιάσονα αποτυπώνεται, σε ένα σημείο τού έργου, όπου ακόμα δεν έχει αποκαλυφθεί ότι ο ένας είναι ο δήμιος του άλλου, από τη φράση τής Γυναίκας «Things that I did for him» (Όλα αυτά που έκανα γι’ αυτόν), και την απάντηση του Άντρα σαν να απευθύνεται σε ένα άλλο πρόσωπο, που δεν είναι παρά ο εαυτός του «Things that she did for you. I’d say to him, to save you, out of love for you» (Όλα αυτά που έκανε για σένα. Θα του έλεγα, για να σε σώσει, επειδή σ’ αγαπούσε). Στην τραγωδία τού Ευριπίδη η έμφαση στο παράφορο πάθος και τις ακραίες πράξεις τής ερωτευμένης Μήδειας, δίνουν τον χώρο στον Ιάσονα να ερμηνεύσει τα έντονα συναισθήματα της Μήδειας, αυτά της οργής, του θυμού, της οδύνης και του πόνου, αλλά και τις αποτρόπαιες πράξεις της, ως αποτέλεσμα της ερωτικής απόρριψης και της ζήλειας που νιώθει η απατημένη σύζυγος. Ο μισογυνιστικός λόγος τού Ιάσονα, (στιχ. 568-575), κατά τον οποίο εκφέρει μια μηδενιστική πρόταση για όλο το «ανόητο» γένος των γυναικών, το οποίο άγεται και φέρεται οδηγούμενο μόνο από τη σωματική-σεξουαλική του ικανοποίηση. Στο έργο τού Dorfman ο μισογυνιστικός αυτός λόγος μεγεθύνεται και γίνεται ιδιαίτερα προσβλητικός στα λόγια τής Γυναίκας-Μήδειας, η οποία μεταφέρει τα ειπωμένα του Ιάσονα. Χρησιμοποιεί σύγχρονο λεξιλόγιο με υποτιμητική και ισοπεδωτική απεύθυνση στη συγκεκριμένη γυναίκα, χωρίς να κάνει γενικεύσεις, λέγοντας ότι η Μήδεια θα έπρεπε να βρει έναν άλλον άντρα, μιας και ακόμα αποτελεί ένα «καλό πήδημα», αφού μάλιστα και ο ίδιος «θα της έριχνε έναν ακόμα γύρο». Ο μισογυνισμός του είναι εμφανής και από τις λέξεις που χρησιμοποιεί για να περιγράψει την παρθενία τής καινούργιας νύφης, λέγοντας ότι είναι σαν ψόφιο πτώμα στο κρεβάτι και γι’ αυτό προτείνει στη Μήδεια να συναντήσει τη νεόνυμφη και να της μάθει κάποια κόλπα, ώστε να την βοηθήσει να ανοίξει η στενή της λεκάνη. Μετά από αυτήν την πρόταση, η Μήδεια επιβεβαιώνει ότι τότε της ήρθε η ιδέα για εκδίκηση. Το ίδιο συμβαίνει και στο έργο του Ευριπίδη, όταν η Μήδεια επιβεβαιώνει ότι εξαιτίας της αδικίας που έχει βιώσει στο ερωτικό κρεβάτι, σκλήρυνε η καρδιά της και ζήτησε εκδίκηση (στιχ. 265-266).
     Σε μια πρώτη, επιφανειακή, σχεδόν πατριαρχική ανάγνωση, η Μήδεια του Ευριπίδη, όπως αναφέρει ο Κωστάρας, είναι αδίστακτη, ανελέητη, άκαμπτη, δεν κάνει πίσω, δεν ηρεμεί και δεν υπάρχει καμιά αφορμή, κανένας λόγος, καμιά πρόφαση για τις πράξεις της. Ο ισχυρισμός αυτός θα είχε, ίσως, κάποια βάση αν η Μήδεια ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Όπως περιγράφει, όμως, και η ίδια στην ομώνυμη τραγωδία, κατά τον μονόλογό της στο πρώτο στάσιμο, διαφέρει από τις άλλες γυναίκες γιατί είναι ξένη, έρημη, μακριά από την πατρίδα της και ταπεινωμένη από τον άντρα της – «ξένον», «ἔρημος», «ἄπολις», «ὑβρίζομαι πρὸς ἀνδρός» (στιχ. 214-270). Σύμφωνα με τον Knox, η Μήδεια είναι πρόσφυγας στην Κόρινθο, είναι μόνη της και προσπαθεί να επιβιώσει σε μια ξένη χώρα, εγκαταλελειμμένη από τον σύζυγό της, αδικημένη και προσβεβλημένη από αυτόν. Ο Mastronarde, θεωρεί ότι η λέξη «υβρίζομαι» αντικατοπτρίζει τα συναισθήματα της Μήδειας από την προσβολή που υπέστη από τον Ιάσονα, αφού η λέξη αυτή υποδηλώνει καταπάτηση ατομικών δικαιωμάτων και υποτίμηση. Κατά μία έννοια, όπως υποστηρίζει ο Blondell, στην αρχαία αθηναϊκή κοινωνία, κάθε νύφη ήταν μια ξένη σε ένα ξένο περιβάλλον. Όμως η κατάσταση της Μήδειας ήταν εξαιρετικά ακραία, αφού καταγόταν από ένα μακρινό μέρος και είχε ξεκόψει κάθε δεσμό με το πατρικό της σπίτι, διαπράττοντας ειδεχθή εγκλήματα. Υπό αυτές τις συνθήκες η Μήδεια δεν είχε οικογένεια για να επιστρέψει μετά τον χωρισμό της. Αντίθετα, είχε να αντιμετωπίσει την εξορία, η οποία για τη φυλετική κοινωνία τής αρχαίας Αθήνας, ήταν πολύ σκληρή ακόμα και για τους ελεύθερους άντρες τής εποχής, πόσο μάλλον για μια γυναίκα με δυο μικρά παιδιά.
     Σε αυτόν τον πρώτο μονόλογο, λοιπόν, με τις έντονες, κατά τη Laura Swift, φεμινιστικές υποδηλώσεις, μιας και τονίζονται τα αδύνατα σημεία τής θέσης των γυναικών τότε, η Μήδεια κάνει κατανοητή, στις γυναίκες τού Χορού, αλλά και στο σημερινό κοινό, την πρόθεσή της για εκδίκηση, εξηγώντας τη σπουδαιότητα της σταθερότητας του γάμου, η οποία αν ταραχθεί οδηγεί τη γυναίκα είτε στην επιθυμία εκδίκησης και καταστροφής όλων όσων σχετίζονται με την τελετουργία και τον σκοπό (τέλος) τού γάμου, είτε στην επιθυμία αυτοκαταστροφής της και τον γάμο της με τον Χάρο. Η κατάσταση της Μήδειας ως ξένη, άπατρις, εξόριστη και προσβεβλημένη από τον άντρα της, προσεγγίζεται από τον Dorfman, σε ψυχολογικό επίπεδο, αφού σχετίζεται με τα ψυχικά βασανιστήρια που υποβάλλουν εκατέρωθεν οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Στη φάση κατά την οποία ο Άντρας-Ιάσονας είναι ο εξεταστής θυμίζει στη Γυναίκα-Μήδεια τον τρόπο με τον οποίο γέλασε ο ίδιος χαιρέκακα με τη σκέψη ότι θα την πετάξουν έξω στους δρόμους με τα παιδιά της. Εκείνη απαντάει: «Streets we didn’t recognize», επιβεβαιώνοντας με πόνο ότι θα έμενε ολομόναχη σε μέρη που δεν γνώριζε. Όταν έρχεται η σειρά τής Γυναίκας-Μήδειας να γίνει η εξετάστρια, έχει πιέσει τόσο πολύ ψυχολογικά τον Άντρα-Ιάσονα που φτάνει στο σημείο να παραδεχτεί ότι ο αρχικός του σκοπός ήταν να παντρευτεί μια γυναίκα μη βάρβαρη, που θα μιλούσε τη δική του γλώσσα και θα είχε το ίδιο χρώμα δέρματος. Η αποκορύφωση της ερωτικής ζήλειας σε συνδυασμό με την κατάσταση της Μήδειας γίνεται στην τρίτη αντιστροφή των ρόλων, όταν εξεταστής είναι πάλι ο Άντρας-Ιάσονας και την πιέζει να μετανοήσει για τον θάνατο της αθώας νέας νύφης. Στην αρχή παραδέχεται ότι δεν έπρεπε να είχε διαπράξει τον φόνο και ότι το έκανε τρελαμένη από τη ζήλεια. Ο Άντρας την επαναφέρει διορθώνοντάς την με την επισήμανση ότι δεν ήταν η τρέλα που την οδηγούσε, μιας και ήξερε πολύ καλά τι έπραττε. Η Γυναίκα-Μήδεια συμφωνεί και ενοχοποιεί τον θυμό της ως την κύρια αιτία, ο οποίος γεννήθηκε από την τρομερή σκέψη τής εξορίας της και τής αντιθετικής εικόνας, από τη μια πλευρά, δηλαδή, την εικόνα τού εαυτού της να κάνει εμετό στα καράβια τής εξορίας της, και, από την άλλη, την εικόνα τού άντρα της να κάνει έρωτα με τη νέα νύφη. Στο τέλος τού έργου και αφού ο Άντρας-Ιάσονας της μπήγει το μαχαίρι βαθιά στην πληγή, υπερτονίζοντας την υπεροχή τής νέας νύφης ως νεότερης, ομορφότερης, μη βάρβαρης, η Γυναίκα-Μήδεια θα καταλήξει αμετανόητη για την πράξη της. Το ίδιο συμβαίνει και στην κλασική τραγωδία όταν η Μήδεια αμετανόητη περιμένει την Αγγελιοφόρο να της μεταφέρει με λεπτομέρειες τον μαρτυρικό θάνατο της νύφης, Γλαύκης και του πατέρα της, Κρέοντα (στιχ. 1133-1135).
     Κατά τον Blondell οι πράξεις τής Μήδειας είναι το αποτέλεσμα της δυσμενούς θέσης τής γυναίκας σε μια πατριαρχική κοινωνία. Όλες οι πράξεις της συνδέονται, όπως φάνηκε και παραπάνω, με τον ιερό δεσμό τού γάμου και τού σκοπού του, τον οποίο θέλει να γκρεμίσει συθέμελα. Ολοκληρώνει την επίτευξη αυτού του ζητούμενου με τη διακοπή τής συνέχισης του οίκου, ο οποίος είναι και ο απώτερος σκοπός τού γάμου. Τα παιδιά, τα οποία στερεοτυπικά είναι και ο λόγος ύπαρξης ενός γάμου, θανατώνονται με αποτέλεσμα την εξαφάνιση του οίκου τού Ιάσονα. Ο Cairns υποστηρίζει ότι με τον θάνατο της νύφης, του πατέρα τής νύφης, και των παιδιών της, η Μήδεια, επιφέρει την απόλυτη τιμωρία στον καταπατητή των γαμήλιων όρκων, γιατί με αυτόν τον τρόπο εξαφανίζεται το παρόν και το μέλλον τού οίκου τού Ιάσονα, καταφέρνοντας το αντίθετο αποτέλεσμα από το φυσιολογικό «τέλος» ενός γάμου. Στην τραγωδία τού Ευριπίδη είναι φανερό ότι στα λόγια τού Ιάσονα, κατά την Έξοδο, είναι εγγεγραμμένη η οργή του για το ξεκλήρισμα του οίκου του (στιχ. 1325-1326). Αντίθετα στο Purgatorio δεν υπάρχει καμιά αναφορά περί συνέχισης του οικογενειακού ονόματος μέσω των αγοριών-απογόνων και αυτό ίσως γιατί, όπως το θέτει ο Segal, στα σύγχρονα μοτίβα παιδοκτονιών δεν δίνεται έμφαση στην εκδίκηση μέσω της εξολόθρευσης των αρσενικών απογόνων, αφού δεν υφίσταται πια τέτοια κοινωνική ανάγκη από την πλευρά του πατέρα.

ii) Κυρίαρχα χαρακτηριστικά τής προσωπικότητας της Μήδειας. Ισχυρή θέληση, ανεξέλεγκτα συναισθήματα, θυμός.

     Η έντονη προσωπικότητα της Μήδειας με κύρια χαρακτηριστικά την ισχυρή θέληση και την οργή αποτελεί, σύμφωνα με τον Mastronarde, μια ακόμα πτυχή των κινήτρων της. Η τροφός κατά την Πάροδο, αλλά και ο Χορός, καθ’ όλη τη διάρκεια της ευριπίδειας τραγωδίας, τονίζουν τα ανεξέλεγκτα συναισθήματα της Μήδειας και τον υπέρμετρο θυμό της εξαιτίας τής αδικίας και τής προδοσίας που υπέστη από τον Ιάσονα. Ο Μπακιρτζόγλου χαρακτηρίζει τον Ευριπίδη «Φροϋδικό» πριν τον Freud αφού «γνώριζε την άλογη πλευρά τής ενστικτώδους ενόρμησης, στα όρια του παθολογικού, η οποία μπορεί να παρασύρει τον άνθρωπο σε κάθε λογής καταστροφική υπερβολή». Με τα λόγια τού Χορού, «δεινή τις ὀργὴ καὶ δυσίατος πέλει, ὅταν φίλοι φίλοισι συμβάλωσ᾽ ἔριν» (Είναι τρομερή η οργή, είναι αγιάτρευτη, όταν ερίζουν άνθρωποι που κάποτε αγαπήθηκαν), επιβεβαιώνεται η θέση τού Μπακιρτζόγλου όταν υποστηρίζει ότι το θηλυκό που αισθάνεται αδικημένο και προσβεβλημένο αντιδρά με οργή και επιθετικότητα, κυρίως λόγω της απόγνωσης από την απώλεια, όχι του αγαπώμενου, αλλά της αυτοεκτίμησής του. Η εγκαταλειμμένη και μειωμένη γυναίκα σκοτώνει μετατρέποντας την αγάπη της σε μίσος, έτσι ώστε τελικά έρωτας και οργή να αποτελούν αλληλένδετο δίδυμο. Η σκέψη τού Μπακιρτζόγλου συνεχίζεται χαρακτηρίζοντας τη Μήδεια «Νηπενθή», με αποτέλεσμα αυτή η άρνησή της να θρηνήσει τον Ιάσονα που έχασε, την οδηγεί σε στιγμιαία τρέλα και μια ψυχωτική άμυνα με αυτοκαταστροφική και ετεροκαταστροφική ωμότητα. Η επίθεσή της είναι άγρια και αντί να αφήσει το αντικείμενο του πόθου της να φύγει, στρέφει την οργή της στα παιδιά, τα οποία αφού αποτελούν τις ναρκισσιστικές της προεκτάσεις, σκοτώνει μαζί με αυτά και τον ίδιο της τον εαυτό, όπως αναφέρει και η ίδια στην ομώνυμη τραγωδία, λέγοντας ότι μετά τον φόνο των παιδιών της όλη η ζωή της θα είναι πόνος και οδύνη (στιχ. 1037).
     Στο έργο τού Dorfman η Γυναίκα-Μήδεια περιγράφει τον εαυτό της θυμωμένο, αμείλικτο και αδυσώπητο μέχρι την τελευταία του πνοή. Ο Άντρας-Ιάσονας, όμως, διαφωνεί και με τον Μπακιρτζόγλου περί στιγμιαίας τρέλας και με τον Ευριπίδειο ήρωα, ο οποίος αποδίδει τις πράξεις της στα απερίσκεπτα, ανεξέλεγκτα και οργισμένα πάθη της, «[…] ἥτις οὐδὲ νῦν τολμᾷς μεθεῖναι καρδίας μέγαν χόλον» (όταν ακόμα και τώρα δεν μπορείς να πραΰνεις το άγριο μένος τής ψυχής σου), και υποστηρίζει ότι οι πράξεις της είναι προαποφασισμένες και ψυχρά υπολογισμένες από τη στιγμή κιόλας της γέννησης των παιδιών. Την άποψη αυτή υποστηρίζει και ο Segal, βασιζόμενος στην τραγωδία Μήδεια και στις αναφορές που βρίθουν μέσα στο έργο για την αυτενέργεια της ηρωίδας και την αυτόβουλη λήψη των αποφάσεών της. Με το σκεπτικό αυτό καταλήγει στη διαπίστωση ότι οι αποφάσεις τής Μήδειας δεν υποκινήθηκαν ούτε από την τρέλα της, ούτε από τους θεούς, αλλά από την οργή της, τη βίαια σκέψη της, τα πάθη της, τα οποία όσο μεγάλωναν, μεγάλωνε και η πνευματική οξύτητα μιας ψυχρής λογικής.

iii) Οι στερεοτυπικές ανδρικές αξίες και το βιολογικό φύλο

     Στην ευριπίδεια τραγωδία είναι φανερός ένας δυϊσμός μέσα στην ίδια τη Μήδεια. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν δύο αντίθετες δυνάμεις, η αρσενική και η θηλυκή πλευρά της, οι οποίες αντιπαλεύουν μέσα της για το ποιά θα κυριαρχήσει. Κατά τον Mastronarde, η Μήδεια υιοθετεί «αντρικές αξίες», όπως η τιμή, το θάρρος, η επικράτηση εναντίον των εχθρών και η εκδίκηση ως ανταπόδοση της άδικης συμπεριφοράς και αποφυγή τού χλευασμού από την πλευρά των αντιπάλων. Σε έξι σημεία τής τραγωδίας επανέρχεται η αναφορά στο ατιμωτικό συναίσθημα που νιώθει η Μήδεια με τη σκέψη ότι οι εχθροί θα μείνουν ατιμώρητοι και θα την περιγελούν. Στο Purgatorio η αναφορά στο γέλιο των εχθρών είναι έμμεση, λακωνική, αλλά εξίσου δυνατή. Η Γυναίκα-Μήδεια τονίζει εμφατικά «Yes. The smile. Don’t forget the smile» (Ναι. Το γέλιο. Μην ξεχνάς το γέλιο). Στο τέλος τού έργου η αναφορά είναι πιο περιγραφική, μιας και καταδεικνύει την πρόθεση του άντρα της να της πάρει τα παιδιά και να τα στρέψει εναντίον της, να γελούν όλοι μαζί εις βάρος τής προδότριας, τής βάρβαρης μάγισσας, που δεν έμαθε ποτέ τη γλώσσα τού συζύγου της. Μετά από αυτή τη σκέψη η εκδίκηση ήταν μονόδρομος. Ερμηνεύοντας, η Swift, το χαρακτηριστικό αυτό της επιθυμίας τής ευριπίδειας Μήδειας, δηλαδή, το να θέλει να αποφύγει την κοροϊδία των εχθρών της, θεωρεί ότι είναι ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν το ηρωικό ήθος τής Μήδειας, σε συνδυασμό με την τολμηρή προσωπικότητά της, την εξυπνάδα της, τη ρητορική της ικανότητα, την επιθυμία της να εκδικηθεί με επιθετικό τρόπο, για να προστατέψει την τιμή της. O Segal διαφωνεί και θέτει υπό αμφισβήτηση το ηρωικό της ήθος, αφού ως γυναίκα και μητέρα δεν μπορεί να συναγωνιστεί το ηρωικό ήθος αντίστοιχων περιπτώσεων, όπως ο Αίας και ο Ηρακλής, που σκότωσαν κι αυτοί αθώα θύματα, ακόμα και τα παιδιά τους, όπως ο τελευταίος. Αυτοί, όμως, ήταν θαυμαστοί πολεμιστές και ενήργησαν υπό την αγριότητα της οργής τους ή από την τρέλα τους και όχι χρησιμοποιώντας δόλο. Αντίθετα, ο Knox, κατατάσσει την ευριπίδεια Μήδεια στους ήρωες, γιατί ενώ είναι αυτονόητη η αποδοχή τής ωμής βίας από τους πολεμιστές, όπως ο Αχιλλέας και ο Αίας, δεν είναι το ίδιο αυτονόητο για μια γυναίκα, σύζυγο, μητέρα και επιπλέον ξένη, να επιλέγει «αντρικούς’ τρόπους εκδίκησης. Επειδή, ακριβώς, είναι γυναίκα δεν μπορεί να επικρατήσει με τη σωματική δύναμη και γι’ αυτό χρησιμοποιεί τον δόλο και την πανουργία, ως έξυπνη, σοφή γυναίκα. Συγκεκριμένα, στην τραγωδία τού Ευριπίδη, η Μήδεια αυτοχαρακτηρίζεται με τα λόγια της ως ήρωας «μηδείς με φαύλην κἀσθενῆ νομιζέτω μηδ᾽ ἡσυχαίαν ἀλλὰ θατέρου τρόπου, βαρεῖαν ἐχθροῖς καὶ φίλοισιν εὐμενῆ· τῶν γὰρ τοιούτων εὐκλεέστατος βίος» (Κανείς να μην πιστέψει πως είμαι άπραγη και αδύναμη ούτε ήσυχη. Ο τρόπος ο δικός μου είναι ο αντίθετος: ανελέητη με τους εχθρούς, φίλη με τους φίλους. Μόνο τέτοιων ανθρώπων ο βίος αξιώνεται το μέγα κλέος). Στο Purgatorio η ίδια η Γυναίκα-Μήδεια δηλώνει «I’m a big risk» (Είμαι μεγάλο ρίσκο), ή και «To make them tremble» (Να τους κάνω να τρέμουν), ενώ ο Άντρας-Ιάσονας την περιγράφει ως πανούργα.
     Εκτός, όμως, από την αφομοίωση του ηρωικού ήθους τού ανδρικού βασιλείου, η Μήδεια ενσωματώνει το ηρωικό ήθος τού γυναικείου γένους, όπου σύμφωνα με την Αναστασιάδου, περνάει μέσα από τον τοκετό. Στην αρχαιοελληνική σκέψη ο τοκετός και ο πόλεμος είναι δύο ισότιμα πεδία, μέσα στα οποία αν επέλθει θάνατος, η μάνα και ο πολεμιστής αντίστοιχα θα ανακηρυχθούν ήρωες. Η Μήδεια στο ομώνυμο έργο, υποστηρίζει, ως μια πρώιμη φεμινίστρια, ότι οι δυνάμεις που χρειάζεται ένας άνθρωπος σε μια γέννα είναι τρεις φορές μεγαλύτερες από αυτές μέσα σε μια μάχη «ὡς τρὶς ἂν παρ᾽ ἀσπίδα στῆναι θέλοιμ᾽ ἂν μᾶλλον ἢ τεκεῖν ἅπαξ» (Θα προτιμούσα να σταθώ τρεις φορές πλάι στην ασπίδα παρά να γεννήσω μία). Στο έργο τού Dorfman δεν υπάρχει αυτή η συγκριτική αναφορά ανάμεσα στον τοκετό και τη μάχη, αλλά υπάρχει η σκληρή εικόνα που δίνει η Γυναίκα-Μήδεια περιγράφοντας τον τοκετό της ως μια διχοτόμηση του εαυτού, για να βγουν και να ζωντανέψουν μέσα από το υποτιθέμενα ευάλωτο γυναικείο σώμα τα μωρά της, τα οποία θρέφει με τα υγρά του σώματός της, από τα στήθη της. Το σώμα αυτό, το οποίο ανοίγει στα δύο, ενώ προηγουμένως έχει κουβαλήσει μέσα του την ίδια τη ζωή, δεν μπορεί να είναι ένα αδύναμο και ευάλωτο σώμα, αλλά ένα σώμα δυνατότερο, κατά αυτήν την έννοια, από αυτό των πολεμιστών.

Η αντίδραση και η δράση του Ιάσονα απέναντι στη Γυναίκα, τη Βάρβαρη, τη Μάγισσα, Μήδεια

Τα συμπεριφοριστικά του μοτίβα
απέναντι στο «άλλο»

     Ο ευριπίδειος Ιάσονας, και στον πρώτο του λόγο, αλλά και στη δευτερολογία του, υποτιμάει καταφανώς τη σύζυγό του ως Γυναίκα και της προσάπτει χαρακτηριστικά μιας αλλόφυλης βάρβαρης μάγισσας. Κατά τον Blondell, είναι κοινός τόπος των αρχαίων Ελλήνων, να προβάλλουν τις ανεπιθύμητες ποιότητες των χαρακτηριστικών τους στους μη Έλληνες. Η δραματική ειρωνεία είναι εμφανής όταν ο Ιάσονας κατηγορεί τη γυναίκα του για τη μη τήρηση της δικαιοσύνης, ενώ ο ίδιος πρώτος έχει παραβιάσει τους νόμους του ελληνικού ηθικού δικαίου καταπατώντας τους γαμήλιους όρκους «πρῶτον μὲν Ἑλλάδ᾽ ἀντὶ βαρβάρου χθονὸς γαῖαν κατοικεῖς καὶ δίκην ἐπίστασαινόμοις τε χρῆσθαι μὴ πρὸς ἰσχύος χάριν» (Το πρώτο: ζεις σε γη ελληνική και όχι βάρβαρη· γνώρισες τί εστί δικαιοσύνη και τί θα πει να ισχύουν οι νόμοι, και όχι η αυθαιρεσία της βίας). Στο σημείο αυτό ο Ιάσονας τονίζει εμφατικά την ξενικότητα της Μήδειας, για να καταδείξει την ανωτερότητα των Ελλήνων έναντι των βαρβάρων και την ηθική κατωτερότητα της Μήδειας. Στο Purgatorio απουσιάζει η πολιτική διάσταση των λεγόμενων του Ιάσονα, αλλά παραμένει η σφοδρή υποτίμηση της γυναίκας με τα βαρβαρικά, βίαια, ήθη και τα ανεξέλεγκτα συναισθήματα. Σε μια σκηνή ο Ιάσονας συγκρίνει την Ελληνίδα νέα νύφη με τη βάρβαρη Μήδεια λέγοντας «Younger than you. With skin light like mine. Who spoke my own language. Not a foreigner like you» (Νεότερή σου. Με λευκό δέρμα σαν το δικό μου. Που μιλάει τη γλώσσα μου. Όχι μια ξένη σαν και σένα), ενώ σε μια άλλη σκηνή η Γυναίκα-Μήδεια θα διαπιστώσει ότι ο Ιάσονας είχε σκοπό να τη χωρίσει από την αρχή, εξαιτίας της βαρβαρικής καταγωγής της και την επικινδυνότητα που αυτό συνεπαγόταν, και να διαλέξει μια γυναίκα που μιλούσε τη γλώσσα του, δεν ήταν άγρια και δεν θα τη φοβόταν μήπως ένα πρωί τού κόψει τον λαιμό. Ο ευριπίδειος ήρωας, Ιάσονας αντιμετωπίζει τη Μήδεια ως γυναίκα, της οποίας η μοναδική αποστολή είναι η παραγωγή αρσενικών απογόνων. Αυτή άλλωστε είναι η αρχαιοελληνική φιλοσοφία, κατά την οποία οι γυναίκες ανήκαν στον ιδιωτικό και όχι στον δημόσιο χώρο των ανδρών. Σε αυτόν τον χώρο, σύμφωνα με τη Γκασούκα, η μητρότητα αποτελεί ύψιστο καθήκον ως γυναικείο πεπρωμένο και ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση του αρσενικού, πατριαρχικού βασιλείου. Γι’ αυτό και η Μπουζιώτη ερμηνεύει την παιδοκτονία ως μια προσπάθεια αυτο-αναίρεσης της θηλυκής υποκειμενικότητας και ως άρνηση της σύνδεσής της με τον κόσμο, αφού τα σώματα των δύο αγοριών αποτελούν τη φυσική της συνέχεια και αυτο-επέκταση. Ο θάνατος των παιδιών είναι η αποκοπή της από τον κόσμο και η ταυτόχρονη αποδέσμευση από το ανδρικό είδωλο που αντικατοπτρίζουν. Ο Dorfman απεικονίζει τη βίαιη αυτήν αποκοπή από τον κόσμο και τον πόνο τού διαμελισμού τού σώματός της με την εκτενέστατη περιγραφή της στιγμής του φόνου σε αντίθεση με τον Ευριπίδη, ο οποίος επιλέγει να δώσει ελάχιστη σκηνική έκταση, ίσως για να διατηρήσει ακόμα λίγα ίχνη συμπάθειας για τη Μήδεια, ή όπως υποστηρίζει ο Segal, ίσως για να μην προκαλέσει περισσότερο τους θεατές του, αφού κατά τον Cairns η Μήδεια αντιπροσωπεύει τον χειρότερο εφιάλτη των αντρών, οι οποίοι τρέμουν τις εξαιρετικά ανώτερες ικανότητες του γυναικείου φύλου.
     Ο Ιάσονας του Ευριπίδη, σύμφωνα με τον Mastronarde, δεν έχει ιδιαίτερη συναίσθηση των δυνάμεων της Μήδειας, μαγικών ή όχι, αλλιώς δεν θα έπαιρνε ποτέ απόφαση να την αφήσει για άλλη γυναίκα. Υποτίμησε τις δυνάμεις της, όχι φυσικά ως μάγισσας με τη μεσαιωνική έννοια, αλλά με την αρχαιοελληνική σημασία της φαρμακού. Η Αναστασιάδου την χαρακτηρίζει παμφαρμακό, γιατί συνδέεται μέσω των φαρμάκων με τις πολυμήχανες γυναίκες της αρχαιότητας Κίρκη, Εκάτη, Πολυμήδη, αλλά και γιατί συνδέει την πανουργία της με τη χρησιμοποίηση των φαρμάκων, δηλητηρίων και ερωτικών φίλτρων. Στο Purgatorio, ο Άντρας-Ιάσονας, παρ’ όλο που σε μια σκηνή ακολουθεί την άποψη του Knox, όταν λέει ότι δεν ήταν μάγισσα αλλά απλώς έξυπνη, την κατηγορεί για τσαρλατανισμό όταν της λέει: «where are your mumbo-jumbo magic spells now?», ενώ σε αρκετές περιπτώσεις στο έργο βρίθουν οι στιγμές που ο Άντρας την φοβάται πάρα πολύ για αυτές της τις δυνάμεις. Η Μήδεια αντιμετωπίζεται από τον Ιάσονα ως το απόλυτο Άλλο και στα δύο έργα. Ο Dorfman συνοψίζει τα χαρακτηριστικά του Άλλου σε μια σκηνή, κατά την οποία η Μήδεια διερωτάται για την υστεροφημία της λέγοντας: «I would be remembered, forever and ever, as exile, fool, deceived lover, abandoned by the Gods and abandoned by her man, sorceress, slut, traitor, the woman who opened the door to the enemy.» (Θα με θυμούνται, για πάντα, ως μια εξόριστη, μια ανόητη, μια εξαπατημένη ερωμένη, παρατημένη από τους Θεούς και από τον άντρα της, μια μάγισσα, μια πόρνη, μια προδότρια, μια γυναίκα που άνοιξε την πόρτα στον εχθρό).

Η θεραπεία και η συγχώρεση
στα δύο εξεταζόμενα έργα

     Τα δύο κύρια πρόσωπα, ο Ιάσονας και η Μήδεια και στα δύο εξεταζόμενα έργα έχουν υποστεί μια καθολική μεταμόρφωση, ο ένας ως ηθικός αυτουργός, όπως υποστηρίζει η Smit, και η άλλη ως εκτελεστής σκαιότατων πράξεων. Έτσι, η Μήδεια, μετά την Ύβρι που διέπραξε ο Ιάσονας με την καταπάτηση των όρκων, αποφάσισε να επιβάλλει την Τίσι και να τον τιμωρήσει η ίδια, με σκοπό την αφαίρεση της απόλαυσης του σώματος, όπως άλλωστε είναι και το δικό της σώμα, μετά την προδοσία, ένα σώμα νεκρό μέσα στην απόλυτη οδύνη. Στο σημείο αυτό, και για να επέλθει η συγχώρεση, η οποία θα οδηγήσει στη θεραπεία, θα πρέπει να ακολουθηθούν τέσσερα στάδια, κατά τη Νικολιδάκη. Το πρώτο στάδιο είναι η ανακάλυψη των αρνητικών συναισθημάτων, το δεύτερο η απόφαση της συγχώρεσης, το τρίτο η κατανόηση και η αλλαγή του τρόπου σκέψης, και το τέταρτο η ενσωμάτωση της συμπόνοιας και της ενσυναίσθησης. Στην τραγωδία του Ευριπίδη έχει κατακτηθεί το πρώτο στάδιο και από τον Ιάσονα και από τη Μήδεια. Ειδικότερα κατά την Έξοδο του δράματος, αναγνωρίζουν το μίσος που έχουν ο ένας για τον άλλον και, φυσικά, αναγνωρίζουν τον αβάσταχτο πόνο που έχουν προκαλέσει ο ένας στον άλλον. Η Swift υποστηρίζει ότι, η Μήδεια σε αντίθεση με τον Ιάσονα δεν παρουσιάζεται καθόλου τραυματισμένη αλλά ούτε και μετανοιωμένη για τις αποφάσεις της. Αναγνωρίζονται από μέρους της κάποια σημάδια πόνου, όπως όταν επιβεβαιώνει το άλγος της για το χαμό των παιδιών, το οποίο, όμως, δεν υπολογίζει μπροστά στην επίτευξη ενός ανώτερου σκοπού, της εκδίκησης «σάφ᾽ ἴσθι· λύει δ᾽ ἄλγος, ἢν σὺ μὴ ᾽γγελᾷς» (Πονάω. Όμως λυτρώνει ο πόνος, εάν εσύ δεν γελάς μαζί μου). Η έμφαση, παρ’ όλα αυτά, επικεντρώνεται στον θρίαμβό της επί του Ιάσονα, συνεχίζοντας να θεωρεί το έγκλημά της δικαιολογημένο. Δεν διαφαίνεται καμιά απόφαση συγχώρεσης ή αλληλοκατανόησης και άρα κανένα φως για θεραπεία. Σύμφωνα με τον Segal, η μόνη θεραπευτική απάντηση σε μια τέτοια θηριωδία, είναι μια επαναξιολόγηση και μια επανασταθεροποίηση του οίκου ή της κοινωνίας σε σχέση με τα αθώα θύματα. Στη Μήδεια όμως επιτυγχάνεται προσωπικός θρίαμβος για την ηρωίδα σε επίπεδο ανθρώπινο και ημιθεϊκό, μιας και η τελευταία της ρήση, όπως τονίζει ο Lesky, περιέχει αυτό που αναγγέλλουν οι από μηχανής θεοί, την καθιέρωση, δηλαδή, μιας εξιλαστήριας λατρείας για τα παιδιά, ενώ ο Ιάσων παραμένει συντετριμμένος στην ανθρώπινη μικρή διάστασή του. Στο Purgatorio, τα δύο δραματικά πρόσωπα, όπως υποστηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας τους, έχουν ως στόχο τη συμφιλίωση και τη συγχώρεση: «The only way to achieve forgiveness is for both, victim and perpetrator, to recognize who they are. This realization happens at the same time, in the play» (Ο μόνος δρόμος για να επιτευχθεί η συγχώρεση είναι, και οι δύο, θύμα και δράστης, να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους. Αυτή η συνειδητοποίηση συμβαίνει ταυτόχρονα, μέσα στο έργο). Άρα το πρώτο βήμα για την επίτευξη της αλληλοθεραπείας έχει κατακτηθεί. Το δεύτερο στάδιο, δηλαδή, η λήψη τής απόφασης για συγχώρεση, γίνεται και αυτό ταυτόχρονα και από τα δύο μέρη με απώτερο σκοπό, μέσα από την αλληλοανάκριση, να κερδίσουν την επιστροφή τους στον κόσμο των ζωντανών, μέσα σε άλλο σώμα. Το τρίτο στάδιο της κατανόησης και της αλλαγής σκέψης, συμβαίνει και στα δύο μέρη αλλά μένει σε πολλά σημεία μετέωρο και με πολλά πισωγυρίσματα. Το τέταρτο και τελικό στάδιο δεν θα επιτευχθεί ποτέ, αφού θα πιαστούν σε έναν αέναο κύκλο αλληλοβασανισμών. Η Γυναίκα-Μήδεια δηλώνει στο τέλος του έργου ότι δεν θα μετανιώσει ποτέ, γιατί τότε θα πάψει να είναι ο εαυτός της. Ο Άντρας-Ιάσονας, όμως θα δώσει τη λύση για την κυκλική σύνθεση του δράματος, για να αρχίσουν από την αρχή τον κύκλο των ανακρίσεων και για να προσπαθήσουν να κατακτήσουν και το τέταρτο στάδιο, ώστε να ολοκληρωθεί η συγχώρεση και να ελευθερωθούν, καθώς λέει: «Start all over. You and me. The warm waters of peace. The warm waters of forgiveness. The warm waters of not being yourself» (Να αρχίσουμε από την αρχή. Εσύ κι εγώ. Στη ζεστασιά της ειρήνης. Στη ζεστασιά της συγχώρεσης. Στη ζεστασιά του να μην είσαι ο εαυτός σου).

Συμπεράσματα

     Συνοψίζοντας είναι φανερό ότι η Μήδεια, της ομώνυμης τραγωδίας, είναι μια ανυπέρβλητη γυναικεία προσωπικότητα, η ζωή της οποίας πλέκεται με τον λιγότερο δυνατό και αλαζόνα Ιάσονα, μέσα σε ένα πυκνό δίκτυ έρωτα, πάθους και απόγνωσης. Οι αναγνώσεις για το έργο του Ευριπίδη είναι πολλαπλές, κυρίως από την πλευρά των ψυχολογικών βυθομετρήσεων. Η θέση του Δαμάσκου είναι ότι η Μήδεια εκφράζει την ισχυρή δύναμη του ανθρώπινου πάθους, ανεξαρτήτου φύλου και στηρίζει αυτήν την άποψη στο ότι, αν στη βιαιότητα προστεθεί και το ερωτικό πάθος, θα απελευθερωθεί μια δύναμη, η οποία μπορεί να εξαφανίσει τον γάμο, την οικογένεια, την πόλη, ακόμα και την ίδια την ανθρώπινη ταυτότητα. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι πρόκειται για μια τραγωδία εκδίκησης, η οποία συνδέεται άρρηκτα με την υβριδική προσωπικότητα της Μήδειας, η οποία ενσωματώνει γυναικείες και αντρικές ποιότητες. Συνήθως στην τραγωδία τέτοιες προσμίξεις, σύμφωνα με τον Blondell, οδηγούν σε ολική καταστροφή, μιας και οι γυναικείες δυνάμεις εντοπίζονται μέσα στην οικογένεια και έτσι όταν η βίαιη και εκδικητή φύση που στερεοτυπικά ανήκει στους άντρες, ελευθερωθεί σε μια γυναίκα, τότε οι βίαιες πράξεις έχουν αποδέκτες στενά μέλη της οικογένειας. Το Purgatorio του Ariel Dorfman είναι μια παρέκταση, κατά τον Billington, του μύθου της Μήδειας και του Ιάσονα σε ένα «Δαντικό» τοπίο ενός καθαρτηρίου, μια σύγχρονη πρόσληψη της αρχαίας τραγωδίας. Ο ίδιος θεωρεί ότι το έργο δεν μπορεί να αποκοπεί από τα πολιτικά συμφραζόμενα της εποχής μας, αφού και η Μήδεια του Dorfman, οδηγείται στην παιδοκτονία υπό την απειλή της πολιτικής της εξορίας. Ο σκοπός τού συγγραφέα όμως είναι να μη δώσει έμφαση στην πολιτική διάσταση, αλλά να επικεντρωθεί στη ρίζα των μεγάλων ρήξεων και τραυμάτων, στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η επιδίωξή του είναι η ανάδειξη των θηριωδών πράξεων που κάνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους και αν μπορεί να υπάρξει κάποιου είδους αποκατάσταση. Υπ’ αυτό το πρίσμα ιδωμένα, και στα δύο έργα δύο ψυχές συναντιούνται, είτε στην Κόρινθο, είτε στο Καθαρτήριο· εμπλέκονται συναισθηματικά, πληγώνονται, εξοντώνονται και τελικά ανακαλύπτουν ότι θα είναι μόνοι, αλλά για πάντα ο ένας δίπλα στον άλλον, να περιμένουν τη λύτρωση στο διηνεκές.

Κατερίνα Μπιλάλη
Ηθοποιός- Θεατρολόγος- Μεταφράστρια

Maria Callas, American-born Greek dramatic coloratura soprano, and Italian film director Pier Paolo Pasolini, pictured in July 1969 in Nevshir, Turkey, during shooting Pasolini movie Medea. AFP PHOTO

*πηγή φωτογραφίας: https://www.filmandtheater.gr/medea/