Λιωμένος χρόνος
Ακαθόριστος ο χρόνος συνδιαλέγεται
με την ποίηση και ανατρέπει τα δεδομένα
Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής
τού Δημήτρη Παπακωνσταντίνου
Χαράσσεται και διαποτίζεται το μαύρο με άσπρες τεθλασμένες και παράλληλες γραμμές συνυπάρχοντας αρμονικά η αρχέγονη αντίθεση της ζωής και του θανάτου, του φωτός και της σκιάς, ενώ φωτεινοί κύκλοι διαχέονται του ζωγραφικού έργου τού ποιητή Διονύση Στεργιούλα, που κοσμεί το εξώφυλλο και εναρμονίζεται πλήρως με το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής τού Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, αποδίδοντας αφαιρετικά και συμβολικά τη βαθύτερη έννοια του τίτλου «Λιωμένος χρόνος», καθώς ως κίνηση ακαθόριστη ο χρόνος ρέει ανάμεσα σε αντιθέσεις πολυδαίδαλες, διαποτίζοντας τη μνήμη, συνθέτοντας την ολότητα της ζωής, διαφωτίζοντας ποιητικά την παραδοξότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντιφάσεις, διαψεύσεις, ανατροπές, προσδοκίες, ελπίδες, βεβαιότητες.
Επαγρυπνεί ο ποιητής στις «ΩΡΕΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ» την πρώτη ενότητα της συλλογής σκιαγραφώντας και προσπαθώντας να καθορίσει και να εντάξει την ανθρώπινη ύπαρξη στην ασύλληπτη, μα αντικειμενική, έννοια του χρόνου, στην οποία αναπτύσσεται ως ψυχοσωματική ενότητα για να αφανιστεί η ύλη σταδιακά και νομοτελειακά λόγω τής φθαρτότητάς της στην οποία υπόκειται. Διττή η ανθρώπινη οντότητά και ο ποιητής δεν περιορίζεται απλώς στην περιγραφή και έκφραση των αισθητηρίων εντυπώσεων, που του προκαλούν τα εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά αναζητά εναγωνίως να ερμηνεύσει το φως που περικλείεται μέσα του, «Βγήκα ξυπόλητος το φως να ερμηνεύσω» από το ποίημα «Μακριά απ’την πόλη». Ο ποιητής, αποδεχόμενος με φιλοσοφικό στοχασμό το πρόσκαιρο και εύθραυστο της ύλης που, δίχως να τον καταβάλλει και να διαπνέει την ποίησή του με στοιχεία μελαγχολίας, πορεύεται με σθένος και πυγμή βιώνοντας με όλες τις αισθήσεις του την υπάρχουσα πραγματικότητα, αλλά και με την διαίσθηση την οποία ονοματίζει ως έκτη αίσθηση, συμπλέκοντας ποιητικά με εικόνες συνειδητές και υπερ-ρεαλιστικές ένα ποιητικό παρόν ,που συμπαρασύρει τον αναγνώστη να συνδιαλεχθεί με τη ζωή και με τις σκέψεις τού ποιητή μέσα απ’τη λογοτεχνία.
Υπαρξιακή και μεταφυσική ποίηση με ύφος απλό και λιτό, δίχως κοσμητικό εκφραστικό φόρτο, αλλά με καθηλωτικές εικόνες όπως, «σαν ξεχασμένο θύμα στην αγχόνη» από το ποίημα «Παπούτσια στο ξύλινο πάτωμα» και δεξιοτεχνική χρήση τής γλώσσας, που δεν αποσκοπεί στο να τέρψει προκαλώντας αισθητική συγκίνηση, αλλά, κυρίως, να εκφράσει τη συνύπαρξη των εναλασσόμενων αντιθέσεων: ζωή και θάνατος, φως και σκοτάδι, αλήθεια και ψέμα, φθορά και αφθαρσία, με εξομολογητικό τόνο ενσωματώνοντας τις καθολικές υπαρξιακές αγωνίες σε μια προσωπική πορεία ζωής και γραφής, «Θα δεις αν έρθεις πιο κοντά τ’ άσπρο το μαύρο μου/το ψέμα μου γυμνό και την αλήθεια.Θα δεις τα μέσα μου ν’ ανθίζουν να μαραίνονται/θα δεις τον άγγελο, τον δαίμονα που κρύβω. Αρκεί να έρθεις πιο κοντά». Καθοριστική η πρόσκληση συνάντησης με το άλλο πρόσωπο, καθώς η ταυτότητα που εκθέτει ξεπερνά τα στατικά όρια της ενδοσκόπησης και της ατομικότητας και αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από τη σχέση με τον άλλο άνθρωπο, σε μια συνύπαρξη αγάπης και έρωτος, που πιθανόν να περικλείει κοινές αντιφάσεις, αλλά και την αποδοχή τής μοναδικής και ιδιαίτερης προσωπικότητάς του. Η νοερή, αεικίνητη, αυτεξούσια, ασώματη φύση των αγγέλων, που χαρακτηρίζονται από αγάπη και αγαθότητα, αλλά και η έννοια του σκότους και της απώλειας, ως εικόνα που συνειρμικά εγείρει ο στίχος, επιτείνουν με έμφαση τις αντιφάσεις που κρύβει η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου και καλείται να αντιμετωπίσει μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Ρήγμα προκαλείται στην επιφάνεια εύθραυστου αντικειμένου και τότε το είδωλο, ως αντανάκλαση, ραγίζει κι ενίοτε σπάει, προκαλώντας πόνο ή και μοιραία βλάβη, που πιθανόν να καταλήξει σε πλήρη διάλυση ή ρήξη εάν εκληφθεί μεταφορικά ως πρόσωπο. «ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ» είναι ο τίτλος τής δεύτερης ενότητας της συλλογής, όπου στο πρώτο ποίημα «Μπροστά και πίσω από τον καθρέφτη» πέντε απρόσμενες σκιές συνομιλούν με τον ποιητή αλλά και με τον αναγνώστη προσπαθώντας να αποκτήσουν υπόσταση παρά τα θραύσματα και τις ρωγμές που έχουν υποστεί, καθώς η πραγματική υπόσταση του ανθρώπου πασχίζει να κρατηθεί αναλλοίωτη από εξωγενείς παράγοντες και εσωτερικές διακυμάνσεις και διχασμούς. Απομονώνοντας τα πρόσωπα με τα οποία εκφέρονται τα ρήματα σε κάθε στροφή τού ποιήματος αυτού π.χ., είπε, ήρθε, αράδιαζε, εξείχε (α΄ στροφή), αλλά και τα αντικείμενα ή κατηγορούμενα πχ, (β΄ στροφή) είπα, να μου πει, με κοίταζε (γ΄στροφή) μου είπες, σε ματώνουνε, γέρνουν, ματώνουμε, ενδεχομένως οι πέντε στροφές τού ποιήματος να αποκρυπτογραφούν τις πέντε απρόσμενες σκιές που είναι τα πρόσωπα: εγώ, εσύ, αυτός, εσείς, αυτοί, που κρύβουν ρόλους, σχέσεις, αλλά και τον εσώτερο ψυχισμό τού ανθρώπου. Καθώς η προσωπικότητα του ατόμου διαμορφώνεται και συγκροτείται από την αλληλεπίδραση με τους άλλους και την ανάληψη συγκεκριμένων κοινωνικών ευθυνών, οι σύγχρονες συνθήκες ζωής επιβάλλουν κώδικες συμπεριφορών, που κάποιες φορές η προσέγγισή τους συγκρούεται με τα προσωπικά ή συλλογικά «θέλω», καθιστώντας τα πρόσωπα ως είδωλα που σπάνε όταν δεν μπορούν ν’ αντέξουν τις πιέσεις, ή σπάνε από τους άλλους, που αδυνατούν να τους κατανοήσουν και τους αποδεχθούν. «Και όταν ο κάματος και η θλίψη σε ραγίσουνε/και πια δεν έχουν τα προσχήματα αξία/θα βρεις -καλέ μου- την ψυχή σου που την ξέχασες/ σε κάποιον έρημο σταθμό μέσα στη σκόνη», αναφέρει, ο ποιητής, καθιστώντας τη λογοτεχνία καταφύγιο αναζήτησης της γνήσιας ταυτότητας του ανθρώπου. Το κάθε ποίημα μοιάζει να αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου, όχι ως μια ιστορία που εκτυλίσσεται, αλλά ως εμφάνιση στο φως των βαθύτερων πτυχών τής προσωπικότητας του ποιητικού υποκειμένου, που με τις πέντε αισθήσεις που διαθέτει, προσπαθεί να προσεγγίσει το άλλο πρόσωπο με ευγένεια, αγάπη, αλλά και με δισταγμό, χαρίζοντάς του ως δώρο «Μικρές σιωπές», καθώς όπως αναφέρει, ο ποιητής, «Ποτέ τα λόγια μας δεν λένε την αλήθεια μας/ Πικρή τις πιο πολλές φορές και ποιος τη θέλει.Μικρές σιωπές το κέρδος της αγάπης μας/χειρονομίες σαν σκιές π’ άλλος δε βλέπει».
Εμπειρία επώδυνη ο έρωτας διότι προϋποθέτει ολοκληρωτική αυταπάρνηση και εμπεριέχει τον κίνδυνο της απώλειας, καθώς, πίσω από κάθε ερωτική σχέση, ελλοχεύει ο θάνατος του προσωπικού θελήματος και του χωρισμού.Όμως, και ύψιστη και αρχέγονη εμπειρία ζωής, καθώς η πληρότητά της, βιώνεται μέσα από την αμοιβαιότητα της σχέσης. Η αμοιβαιότητα τούτη εκφέρεται, εκδηλώνεται, αλλά και διεισδύει, στο βλέμμα. «Αχ, μόνο εγώ βλέπω τους κόσμους σου που γέννησες./Αχ, μόνο εγώ όλους αυτούς που’ χεις γκρεμίσει», από το ποίημα «ΜΟΝΑΧΑ ΕΓΩ». Το συναίσθημα του έρωτα και της αγάπης ξεχειλίζει, εκπέμπει και εκπέμπεται μέσα από τους στίχους και την αναγνώριση του έταιρου προσώπου. «Πώς συννεφιάζεις, πώς παγώνεις, πώς μου θλίβεσαι/εικόνα εξαίσια και μαγική που άλλος δε βλέπει/μονάχα εγώ που ξέρω τ’άνθη και τ’ αγκάθια σου/τις κάμαρές σου, τα κρυφά βαθιά υπόγεια/εκεί που κάθεσαι μονάχη, συνταιριάζοντας/μια μια τις κούτες με προσήλωση μεγάλη/ούτε μια σπίθα μη φανεί και τότε αλίμονο/αν πάρουν άξαφνα φωτιά οι δυναμίτες», από το ποίημα «ΣΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ». Πυκνότητα γραφής με λέξεις που συμπλέκονται, δημιουργώντας εικόνες δυνατές, αναλύοντας τη συγκίνηση που προκαλεί η αγάπη και ο έρωτας, όχι απλά αποδεχόμενος, ο ποιητής, όλα τα σκοτάδια που μπορεί να εμπεριέχει η ζωή τού άλλου προσώπου, αλλά φωτίζοντάς τα με ορμή νεότητας, που αγαπά το φως μέσα από τις εναλλαγές του. Με απλότητα και λιτότητα συνενώνονται δημιουργικά η νηφαλιότητα, αλλά και το πάθος, και συνεπώς ο ποιητικός λόγος κυλά φυσικά και αβίαστα, προσδίδοντας ύφος υποβλητικό και θέτοντας σε κίνηση τη φαντασία τού αναγνώστη, υποβάλλοντάς του να νοήματα που εμπεριέχει. Συνθέτει εικόνες που την αποτελούν εξωτερικά, αλλά και εσώτερα, τού βίου στοιχεία, μια ποιητική πραγματικότητα ενίοτε με υπερ-ρεαλιστικά στοιχεία προκειμένου με δέος και σεβασμό να αποτυπώσει τα αντιθέσεις της προσωπικότητας του ανθρώπου υπό το πρίσμα τού έρωτα.Έτσι, η «φωτιά» και οι «δυναμίτες» αποκτούν αλληγορική σημασία και ανάγονται σε βίωμα υπέρτατης έντασης συμβολίζοντας το πάθος για τη ζωή, το όνειρο, τη δημιουργία, την αποδοχή του έταιρου προσώπου με όλα του τα σκοτάδια. Άσβεστη η φωτιά τής ποίησης αναμετριέται με τους στίχους και τα πρόσωπα, ξεπερνά συμβάσεις και δειλίες απόρριψης και ως έρωτας αναγνωρίζει και συνενώνει με ενσυναίσθηση αντιθετικές πραγματικότητες.
Με εκφραστική άνεση και αφηγηματικότητα μέσα σε μια ποιητική και στοχαστική ατμόσφαιρα, στοιχεία από τη φύση όπως, άνεμος, φύλλα, βροχή, κύματα, βυθός, -που υπάρχουν διάσπαρτα και πλήρως εναρμονισμένα με τη συνάφεια των στίχων, στην ενότητα αυτή-αποδίδουν εικόνες τού ελληνικού τοπίου, προκειμένου να εκφράσουν τη μοναξιά που νιώθει το ποιητικό υποκείμενο, αλλά και την πληρότητα της ευφορίας, που του προσφέρει η ηρεμία, και η αρμονία τής γης και τής θάλασσας.Έκδηλος ο εξομολογητικός τόνος δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι ως τριτοπρόσωπος αφηγητής μοιάζει να γνωρίζει τα πάντα, ακόμη και τις βαθύτερες σκέψεις τού προσώπου στο οποίο αναφέρεται, στην ουσία, όμως, ο ποιητής, εκφράζει τις δικές του υπαρξιακές αγωνίες για το νόημα της ζωής και την πορεία του, δίνοντας, ταυτόχρονα, καθολική διάσταση στα αδιέξοδα και τις αγωνίες τού σύγχρονου ανθρώπου, μεταδίδοντας την προσωπική του διάθεση και κάνοντας τους αναγνώστες κοινωνούς των βιωμάτων του.
Θελκτικά επικίνδυνα τα κόκκινα φεγγάρια, διότι δραπετεύουν και αιμορραγούν, προκειμένου να συναντήσουν το λιγοστό εκείνο φως που ως αίτιο συμβολικό και κυριολεκτικό διεγείρει και κινητοποιεί τις αισθήσεις. Ουσιώδης η παρουσία του, έστω κι αν κάποιες φορές είναι αμυδρό και θολό, διότι δίχως λάμψη και θερμότητα κάθε ζωή μαραίνεται και διαλύεται στην ερημιά. Κατάφαση ζωής το φως μέσα απ’ τα σκοτάδια αναδύεται και διαχέεται συμφιλιώνοντας τη ζωή με τον θάνατο, την αθωότητα με τον ερωτισμό, την αγάπη με τις απουσίες. «…πώς αλητεύαν τα κόκκινα φεγγάρια ως το ξημέρωμα/πόσες φορές κατέβηκα τη σκάλα/ θολό το φως κι απόκοσμο τριγύρω μου/στα μέσα δώματα του νου, στα καταφύγια», από το ποίημα «Ο ΔΡΟΜΟΣ».
Ο έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, η ελπίδα, η πίστη, η προσμονή, η λήθη και η θύμηση, η χαρά και η λύπη, όλα εντάσσονται στον χρόνο για να τον καταργήσουν, καθώς στωϊκά αγωνίζεται ο άνθρωπος να αποδεχθεί την τραγικότητα της φθοράς στην οποία υπόκειται ως μέτοχος της υλικής δημιουργίας. Τριμερής η διάκρισή του σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, χωρίς, ωστόσο, αντικειμενική υπόσταση, καθώς το παρόν αποτελεί μια απειροελάχιστη στιγμή φευγαλέα, όμως, ο άνθρωπος, ζει το παρόν ως διάρκεια, υπερβαίνοντάς το με τη θύμηση του παρελθόντος και την προσδοκία του μέλλοντος. Η μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος «λιώνω» σημαίνει, κυριολεκτικά, ότι έχει ρευστοποιηθεί, μεταφορικά, έχει καταρρακωθεί, όμως, λογοτεχνικά εμπεριέχει και τις δύο έννοιες. Μετά τις ενότητες «ΩΡΕΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ» και «ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ» ακολουθεί η ενότητα «ΛΙΩΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ» για να αποσαφηνιστεί πλήρως ο τίτλος τής ποιητικής συλλογής «Λιωμένος χρόνος είναι ο χρόνος που σε γέλασε/που σ’ είπε παραμύθια πριν να σβήσει/που σ’εξαπάτησε οικτρά, σε καταλήστεψε/σ’ άφησε μόνο σου στα βράχια ν’αγναντεύεις/το μοβ, το μαύρο του βυθού, τα σκόρπια ξύλα σου/κι ούτε ένα τόσο δα φτερό-πανί να φέγγει». Θεωρώ ότι η ποίηση είναι αντίσταση στο παράλογο, ελπίδα και πίστη στο ανέφικτο που το ανατρέπει η απρόβλεπτη ζωή, καταφύγιο σ’ έναν χώρο αφύλακτο, όπου αίρονται οι αντιθέσεις. Ξαγρυπνά, ο ποιητής, στις ΩΡΕΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ προκειμένου ν’ αφυπνίσει συνειδήσεις, ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ οι καρδιές από τα θραύσματα και ο ΛΙΩΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ διαποτίζει τις ψυχές των αναγνωστών με υψηλά και ευγενή συναισθήματα, καθώς προβάλλει την ευαισθησία και την αγωνιστική διάθεση μπροστά στο πάθος για ζωή. Θραύσματα μνήμης αφήνει ο χρόνος, που λειαίνει αναμνήσεις, καθορίζει το τώρα, καταργεί τον χρόνο και λιωμένος συνενώνει στίχους, κραυγάζοντας στα σκοτάδια τις αλήθειες τής ζωής, που αχνίζουν αίμα. «Μα τα δικά μου κατακόκκινα σπαράγματα/αχνίζουν αίμα ζωντανό, πόσο φοβάμαι» και συνομιλεί με ποιήματα, έστω και αν γράφθηκαν χρόνια πριν αναζητώντας να σκιαγραφήσει την αληθινή μορφή μιας Ελένης, που αδυνατεί ν’ απαλλαγεί από το μυθικό της πρόσωπο.
«Τ’ αηδόνια δε σ’αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες» αναφέρει ο Γ. Σεφέρης στην «ΕΛΕΝΗ», ενώνοντας, ποιητικά και συμβολικά, εποχές και ιστορικές συγκυρίες, προβάλλοντας το ερέθισμα που κινητοποιεί μνήμη και συναίσθημα προκειμένου να διατυπώσει τις σκέψεις του για τον πόλεμο και τον άνθρωπο, καταλήγοντας «πως τόσος πόνος τόση ζωή/ πήγαν στην άβυσσο/για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», «Πού είν’ η αλήθεια» διερωτάται, ο Τεύκρος, για ν’απαντηθεί χρόνια μετά σε άλλο επιμύθιο «Η Ελένη ήταν /Σωστή με σάρκα και οστά/μα την αλήθεια μου/Ένα πουκάμισο αγκαλιές/πόθους και δάκρυα/ένα πουκάμισο φωτιά/το νου να καίει». Η Ελένη, ήταν απούσα από την Τροία και συνεπώς ο πόλεμος για τα ιδανικά τής ελευθερίας και τής δικαιοσύνης με τα δεινά και τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που επιφέρει καθίσταται μάταιος και ανώφελος. Στο ποίημα «ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ», ο Δ. Παπακωνσταντίνου, απαντά πώς, η Ελένη, έχει πραγματική υπόσταση όπου και αν βρίσκεται και συμβολίζει το πάθος, τον έρωτα για τη ζωή, περιφέρεται ασυμβίβαστη ως ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας ανά τους αιώνες καθώς ο θάνατος και ο έρωτας στον ίδιο πόλεμο μάχονται καίγοντας συνειδήσεις και ζωές. Το τραγούδι της σιωπής γράφεται με στίχους, εμπεριέχεται στην ενότητα «ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΑ ΔΡΩΜΕΝΑ» αντικατοπτρίζεται στους καθρέφτες τής ψυχής, αποτυπώνεται στο χαρτί και επιβάλλεται με τη δύναμή του, καθώς εμπεριέχει μοναξιά και απομόνωση. «Να γράψω είπε το ποίημα το ένα,/…να μείνει ν’αγαπάει/να κλαίει βουβά για μένα,/να χαίρεται, να παίζει, μικρό παιδί στο χώμα./Να ιστορεί τα πάθη,/ τα λάθη να γιορτάζει,/ τα πρέπει, τα δεν πρέπει,/να στέκεται στην πόρτα/…Το όνομά της μ’ αίμα/», από το ποίημα «ΤΟ ΕΝΑ».
Βίωμα βαθύ, συναίσθημα που υποκρύπτει τραύμα, φιλοσοφικός στοχασμός, ευαισθησία για τη ζωή, μνήμη και λήθη, πάθη και λάθη, γιορτή και θάνατος, ένα ποίημα μπορεί ν’αποτυπώσει και να ανατρέψει τη ζωή, αναζητάται ο ορισμός του, βιώνεται η δύναμή του τη νύχτα στη σιωπή ως πράξη ερωτική, στέκει μπροστά σε μια πόρτα κλειστή στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Η επιλογή υπαρξιακή και αγωνιώδης, αφορά και εκφράζει τον άνθρωπο στην πορεία τής ιστορίας, αιμορραγούν τ’ αποτυπώματα της επιλογής και καθιστούν τον «ΛΙΩΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ» διαχρονικά μοναδικό λογοτεχνικό έργο αξίας.
Ελένη Α. Σακκά
