Το τάμα
Χρόνια, τώρα, ταχτάριζε τα παιδιά τού χωριού, αφού δεν είχε αξιωθεί να αποκτήσει δικό της. Τα έπαιρνε στα πόδια της, στην αγκαλιά της, τα έπαιζε κι έκανε πως τα νανούριζε. Αυτόν τον καημό της κουβέντιαζε με την «Παναγιά τού βουνού», τη Γιάτρισσα. «Ευλόγησέ με να σκιρτήσει μωρό στα σπλάχνα μου. Χάρισέ μου ένα παιδί». Τα δάκρυά της θάμπωναν τα μάτια τής εικόνας, τόσο σφιχτά που την αγκάλιαζε. Άφηνε στη Χάρη Της ένα μελισσοκέρι, που είχε φτιάξει, κι έπαιρνε πάλι τον δρόμο τής επιστροφής. Και σερνικοβότανο είχε πιει και χαρές στο Λιώτση έκανε να σμίξουνε όταν το φεγγάρι ήταν σε γέμιση. «Όπως γεμίζει το φεγγάρι, έτσι να γεμίσει και η κοιλιά μου με παιδί», έλεγε. Και όλα τα γιατρικά τής κυρα-Φρόσως τηρούσε κατά γράμμα. Απόκαμε. Το είχε πάρει απόφαση πως δεν θα ’πιανε παιδί δικό της στα χέρια της.
«Και τί τα θέλεις; Παίδεμα είναι τα παιδιά», της έλεγε για να την παρηγορήσει ο Λιώτσης.
«Όλα τα παιδιά τού χωριού, σαν δικά σου είναι. Εσύ, τα έχεις μεγαλώσει»
«Σαν δικά μου, άντρα μου», του απαντούσε, κι έφευγε να πάει απόμερα να σκουπίσει τα δάκρυά της και να ανοίξει το γιούκο της, που είχε μέσα όλη την προίκα τού μωρού κεντημένη με τα χέρια της. Ένα-ένα τα ρουχαλάκια τα ξεδίπλωνε, τα έπαιρνε αγκαλιά απαλά, σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει το μωρό που κοίμιζε τόσα χρόνια μέσα τους, τους έλεγε ταχταρίσματα και μετά πάλι τα ξαναδίπλωνε από την άλλη μεριά για να μην μείνει η τσάκιση, και δεν θα δείχνει ωραίο πάνω του. Ο Λιώτσης, το είχε πόνο στην καρδιά. Ξημέρωνε παραμονή τής γιορτής Της. Αχάραγα σχεδόν, μυστικά απ’ τη γυναίκα του, κίνησε να πάει στη Γιάτρισσα να την παρακαλέσει. «Μη με ξεσυνερίζεσαι για τις αμαρτίες μου, Κυρά μου. Εκείνη τη γυναίκα μου, δεν την πονάς; Χάρισε μας ένα παιδί κι, εγώ, θα Σου φέρω την πιο όμορφη καραμάνικη απ’ το μαντρί μου»
Δεν πρόλαβε να γυρίσει ο χρόνος. Άντε, μ’ ένα πόνο τής εύχονταν στο χωριό, η ώρα η καλή!
«Θα δεις που θα’ναι, και παιδί», της έλεγε η κυρα-Φρόσω, που είχε ξεγεννήσει κάμποσες, βλέποντας την κοιλιά της.
«Γερό να ’ναι κι ας είναι και κορίτσι. Εγώ, το ίδιο θα τ’ αγαπάω και πιότερο», έλεγε ο Λιώτσης κι έτρεχε να φέρει στη γυναίκα του ό,τι λαχτάραγε η ψυχή της, για να μην γεννηθεί το παιδί με ζήλεμα.
Σαν ήρθε η ώρα η καλή γεννήθηκε το παιδί, αγόρι. Κερνούσε, ο Λιώτσης, όλο το χωριό κι έσφαξε δυο πρόβατα για να γλυκάνει το στόμα των συχωριανών του, να μην του το ματιάσουνε, γιατί ήταν το πιο όμορφο απ’ όλα τ’ άλλα. Μαύρα μάτια αμυγδαλωτά, μαύρα μαλλιά, όμορφο παιδί, πιασούμενο, ζωηρό. Κι έτσι το μεγάλωνε η Λιώτσαινα, το φιλούσε στα μάτια, του τραγουδούσε, το ταχτάριζε, του φορούσε τα ρουχαλάκια που του είχε φτιάξει. Του μιλούσε για τον ήλιο το πρωί, το χρώμα τ’ ουρανού και τής θάλασσας, τα λουλούδια, τα ζωντανά, για τις εποχές, που αλλάζουν στη φύση φορεσιές. Κι όσο το φιλούσε κι όσο του μιλούσε, τόσο κείνο ανταποκρινόταν στα χάδια της και στα φιλιά της κι έπιανε με τα χεράκια του το πρόσωπό της και το έψαχνε και κουβέντιαζε μαζί της. Χαρά ανείπωτη. Ξημέρωνε η παραμονή τής Χάρης Της. Ο Λιώτσας, πήρε από τη στάνη την καλύτερη αρνάδα του κι ανηφόρισε στην «Παναγιά τη Γιάτρισσα». Έβγαλε το κασκέτο του, γονάτισε μπροστά στην εικόνα Της κι έδεσε δίπλα της την προβατίνα τη καραμάνικη.
«Στην έφερα, Κυρά μου, σ’ ευχαριστώ. Ευχαριστώ Σε, που μ’ αξίωσες ένα παιδί, κι ας μου το ’στειλες να βλέπει όλες τις μέρες, νύχτες»
Πολύβιος Ν. Πρόδρομος
